Thursday, March 17, 2016

Tommy Gun Angel



 Πριν μια βδομάδα πέρασα μια ολόκληρη μέρα να βάζω τα ίδια ρούχα ξανά και ξανά για πλύσιμο. Τέλειωνε η μεγάλη πλύση στους 60 βαθμούς, άνοιγα το καπάκι του πλυντηρίου, πήγαινα να τ' απλώσω αλλά με το που τ' άγγιζα, ήμουν σίγουρος πως ήταν ακόμα βρώμικα. Οπότε πάλι Skip απορρυπαντικό στον δοσομετρητή, πάλι απολυμαντικό Dettol για τα ρούχα και τσουπ, φύγαμε γι' ακόμα έναν γύρο. Έπρεπε να πάει 12 το βράδυ για να ζητήσω την βοήθεια ενός φίλου, ο οποίος ήρθε σπίτι και με βοήθησε με την μικρή αυτή κρίση. Ουσιαστικά ήρθε, βάλαμε μια τελευταία φορά το πλυντήριο, στο τέλος τον ρώτησα 32 φορές αν είναι σίγουρος πως είναι καθαρά τα ρούχα κι έπειτα με βοήθησε να τ' απλώσουμε. Σ' ευχαριστώ Γάκη, αλήθεια.

 Είναι πολύ εύκολο να χαθεί κανείς στους ατέρμονους κύκλους του ψυχαναγκασμού (600rpm, όπως το πλυντήριο στο στάδιο του στεγνώματος ένα πράγμα). Ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, που πίστευα πως μπορώ σε κάποιο βαθμό να ελέγξω τις ιδεοληψίες μου περί καθαριότητας, πιάνω τον εαυτό μου να χάνει μέρες ολόκληρες με ασταμάτητες επαναλήψεις. Σκούπισε, σφουγγάρισε, πλύνε, ξανά και ξανά, μέχρι ν' ανοίξει το δέρμα, μέχρι να μην υπάρχει καν δέρμα. Χλωρίνες, ντετόλ απολυμαντικό για το πάτωμα, υγρά πανάκια Κλινεξ σε πόμολα, τηλεχειριστήρια, πληκτρολόγια, διακόπτες, ακόμα και αναπτήρες.

 Θυμάμαι σε μια φάση στην Πάτρα, ως φοιτητής, που είχα ανακαλύψει ένα μικρό τρικ για να μπορώ κάπως να ξεκολλάω από τη μανία της επανάληψης. Μιλούσα στον εαυτό μου, επαναλαμβάνοντας ένα συγκεκριμένο απόσπασμα κειμένου (το οποίο είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο του Michael Crichton, και το οποίο αναφερόταν στην έννοια του κβαντικού αφρού). Πήγαινα π.χ. να πλύνω τα χέρια μου και άρχιζα να απαγγέλω το απόσπασμα, όντας σίγουρος πως μόλις τελειώσει, τα χέρια μου θα είναι καθαρά και θα μπορούσα να σταματήσω. Το κόλπο αυτό έπιανε, ενίοτε, και βοηθούσε πολύ.

 Τον τελευταίο καιρό πιάνω πάλι τον εαυτό μου, σε τέτοιες φάσεις πίεσης, να απευθύνεται σε μένα. Ή τουλάχιστον στο κομμάτι αυτό του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για τους ιδεοψυχαναγκασμούς. 'Όχι Θέμη, το κοίταξες ήδη πέντε φορές, δεν χρειάζεται να το ξανακοιτάξεις.' 'Θέμη ξεκόλλα, τα ρούχα έχουν ήδη πλυθεί 3 φορές, είναι πεντακάθαρα'. Και ούτω καθ'εξής. 

 Η καθημερινότητα σ' αυτό το πλαίσιο σκέψης μπορεί να γίνει πραγματικά αφόρητη. Το πιο απλό πράγμα, π.χ. το να ντυθείς και να κλειδώσεις την εξώπορτα και να περπατήσεις μέχρι το περίπτερο, σε τέτοιες φάσεις έξαρσης της ΙΔΨ, μπορεί να φαντάζει αδύνατο. Σχεδόν τα πάντα χρειάζονται προετοιμασία και ατέλειωτη υπομονή. Αλλά ακόμα κι αυτό, με τα χρόνια, συνηθίζεται. Έτσι κι αλλιώς η θεραπεία της ΙΔΨ πολύ σπάνια σε απαλάσσει από τα συμπτώματα. Αυτό που μαθαίνεις είναι να διαχειρίζεσαι το όλο θέμα, πλησιάζοντας σε κάποιες φάσεις αυτό που θα ονομάζαμε 'κανονικότητα'.

 Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα, ένα πράγμα το οποίο συνειδητοποίησα σχετικά πρόσφατα και το οποίο κάνει το ζήτημα της ΙΔΨ ακόμα πιο ζόρικο. Ο ιδεοψυχαναγκαστικός τρόπος σκέψης είναι σαν την μελάσσα. Διαχέεται παντού, αργά αλλά σταθερά, και προσπαθείς να την συμμαζέψεις κάπως αλλά αυτή κολλάει στα πάντα και γεμίζει τον τόπο (στην προκειμένη, το μυαλό). Και κάποια στιγμή συνειδητοποιείς πως αυτή η ασθένεια, η οποία σε κάνει να αμφισβητείς τα πιο ηλίθια πράγματα - και συνήθως εκφράζεται σ' αυτά -, έχει επεκταθεί σε όλο σου τον τρόπο σκέψης.

 Πιάνεις τον εαυτό σου να αμφισβητεί το παραμικρό: την κάθε σκέψη, κίνηση, έκφραση. Τα πάντα μπαίνουν κάτω από ένα μικροσκόπιο, εξετάζονται διεξοδικά, εναλλακτικές υπολογίζονται (συνήθως after the fact), η κριτική προς το ίδιο το μυαλό σου είναι αδυσώπητη και γενικά η φάση είναι σκατά. Ο ελεύθερος (;) χρόνος σου, όταν υπάρχει, είναι πάντα μια καλή ευκαιρία για να χαθείς σε μια απ' αυτές τις σκουληκότρυπες.

 Από μικρός καθόμουν και αναρωτιόμουν, 'είναι καλύτερο να πορεύεται κανείς στην βάση της σκέψης ή στην βάση του συναισθήματος;'. Το συναίσθημα πάντα μου φαινόταν πιο γοητευτικό, πιο αληθινό. Μερικές φορές, όταν νιώθω είτε πολύ καλά είτε πολύ απαίσια, πιάνω τον εαυτό μου να φέρομαι παρορμητικά, συναισθηματικά ας πούμε. Και κάποιες απ' αυτές τις φορές, το αποτέλεσμα είναι τέλειο. Είναι διπλά τέλειο, γιατί εκείνες τις στιγμές, έστω και στιγμιαία, νιώθω ότι δεν φοβάμαι. Άλλες πάλι φορές, η έκβαση δεν είναι καλή (το συνηθέστερο εκ των δύο). Σ' εκείνες τις φάσεις, υπάρχει σε σταντ μπαη ο ψυχαναγκασμός, ακλόνητο στρατιωτάκι, πάντα έτοιμος να ασκήσει την αρμόζουσα τιμωρία για την οποιαδήποτε παρόρμηση, για το ότι τόλμησα και τον παρέκαμψα, δεν τον συμβουλεύτηκα, τον έγραψα στ' αρχίδια μου κι εκφράστηκα όπως ένιωθα.

Έχω περάσει όλη μου την ζωή να φοβάμαι και ν' αγχώνομαι για το κάθε τι: για την εντύπωση που δίνω, για το τι σκέφτονται οι άλλοι για μένα, για το πως υπάρχω στον χώρο, για τον αέρα και την τροφή και το νερό που καταναλώνω, γι' αυτά που νιώθω, γι' αυτά που θέλω να πω και να κάνω. Άχθος αρούρης ένα πράγμα, το βάρος της γης, σχεδόν κυριολεκτικά. Οι ιδεοψυχαναγκασμοί είναι πάντα δίπλα μου, έτοιμοι να με τιμωρήσουν για οποιαδήποτε παρέκκλιση. Και φυσικά, αν τα πράγματα είναι ήδη άσχημα, να τα κάνουν χειρότερα.

 Που θέλω να καταλήξω; Δεν έχω ιδέα. Εδώ είναι το σημείο που λέει κάποιος ηρωικά 'ως εδω όμως! δε θα ζούμε άλλο με τον φόβο και το άγχος! μπλα μπλα μπλα'. Αλλά δεν παίζει αυτό, ας μη γελιόμαστε. Κάποια πράγματα τα κουβαλάει κανείς τόσο καιρό, που δεν μπορεί να φανταστεί καν πως θα ήταν η ζωή του χωρίς αυτά. Γίνονται δομικά, που είχε πει κι ένας γιατρός παλιότερα.

 Αυτό που θέλω να πω μάλλον είναι ότι, μια βδομάδα μετά, κάπως αναπολώ λιγάκι την μέρα που έβαλα τα ίδια ρούχα να πλυθούν δώδεκα φορές και έπρεπε να έρθει κάποιος να με σταματήσει απ' το να τα πλένω ξανά και ξανά όλο το βράδυ. Γιατί, όσο σκατά κι αν είναι τα πράγματα, πάντα μπορούν να γίνουν χειρότερα. Και - δυστυχώς - τα περισσότερα πράγματα στην ζωή, ειδικά αυτά που περιλαμβάνουν άλλους ανθρώπους, είναι πιο περίπλοκα ακόμα κι απ' την καρτελα που εξηγεί τα προγράμματα πλύσης.

Υ.Γ. Αυτό είναι το καλύτερο κομμάτι μουσικής που έχει γραφτεί στην ανθρώπινη ιστορία, σήμερα, Πέμπτη, 17/3 του σωτήριου έτους 2016, στις 18:10 μμ.






Friday, February 5, 2016

Organ Eternal



Into the evening rain,
wild horses unmoving / are moving.

 Έχει πλάκα το πως κάποιοι ήχοι, ανάλογα με το εκάστοτε κόντεξτ, μπορούν να είναι είτε πολύ ηρεμιστικοί είτε αφόρητοι. Ο ήχος που κάνει η βροχή που πέφτει στον φοριαμό που έχει αφήσει στο μπαλκόνι του ο δίπλα, για παράδειγμα, ο οποίος έχει εδω και χρόνια μετατραπεί απο αποθήκη καθαριστικών ειδών σε έναν πλήρως λειτουργικό περιστερώνα, με ότι αυτό συνεπάγεται. Μερικές φορές, αυτό το ασταμάτητο τσικι τσικι είναι ακριβώς ο λευκός θόρυβος που χρειάζομαι για να μπορέσω να αποκοιμηθώ. Άλλες πάλι, όπως τώρα, είναι ότι πιο εκνευριστικό υπάρχει στον κόσμο, μετά τους γείτονες οι οποίοι κλειδώνουν την εξώπορτα της πολυκατοικίας απ' τις 8 το απόγευμα.

 Το general consensus λέει πως όταν κάποιος δεν είναι καλά, για τον οποιοδήποτε λόγο, το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να προσπαθήσει να κρατήσει το μυαλό του απασχολημένο για να μην σκέφτεται: να βγει, να κοινωνικοποιηθεί, να δει φίλους και να μιλήσει μαζί τους, να πιεί, να αποφεύγει το να περναέι πολύ χρόνο μόνος του κ.ο.κ. Εγώ προτιμώ να κοιμάμαι. Πριν αρχίσετε να κουνάτε τα κεφάλια σας, επιτρέψτε μου να παρουσιάσω την σκέψη μου (sic).

All the things you leave behind,
without end, without beginning.

 Σκέψη! Αντιγράφω απ΄ το wikipedia:

 "Ο όρος σκέψη μπορεί να αναφέρεται στις ιδέες ή τη διάταξη των ιδεών (αλληλουχία) που προκαλείται από τη νόηση, στην τέχνη της παραγωγής σκέψεων, ή στη διαδικασία της παραγωγής σκέψεων. Παρά το γεγονός ότι η σκέψη αποτελεί μία θεμελιώδης δραστηριότητα του ανθρώπου κοινή σε όλους, δεν υπάρχει μία γενικά αποδεκτή συμφωνία για το τι είναι ή το πώς δημιουργείται."

 Δεν υπάρχει μια γενικά αποδεκτή συμφωνία για το τί είναι ή το πως δημιουργείται. Τρομακτικό, έτσι; Ουσιαστικά το μόνο που ξέρουμε σίγουρα για την σκέψη είναι οτι υπάρχει κι οτι ενίοτε κάνει τα πράγματα πιο εύκολα, αλλά συνήθως τα κάνει πιο δύσκολα. Και είναι πάντα εκεί. Συνεχώς. Μπορεί να σκέφτεσαι όμορφα πράγματα, ή άσχημα, ή μελαγχολικά ή ανυπόφορα. Αλλά πάντα θα σκέφτεσαι.


 Οι δραστηριότητες που περιγράφω παραπάνω, δεν μπορούν να σταματήσουν την σκέψη. Μπορούν ίσως να την αποσπάσουν, για λεπτά ή και ώρες, αν είναι κανείς τυχερός. Αλλά δεν γίνεται να την εμποδίσουν. Η σκέψη νικάει πάντα, δυστυχώς. Είναι λες και όλα αυτά που κάνεις για να μην σκέφτεσαι είναι ένα φράγμα που έχεις χτίσει με κόπο και ιδρώτα, και η διαβολεμένη σκέψη είναι ο χείμαρρος που ψάχνει τα ραγίσματα για ν' αρχίσει να κυλάει και πάλι. Είναι η φάση που είσαι με φίλους και λέτε βλακείες και γελάτε και νιώθεις πως όντως περνάς καλά, πως είσαι εκεί 100%, και πιστεύεις πως ίσως να νίκησες με κάποιο τρόπο την σκέψη, αλλά μετά πας για κατούρημα ή κοιτάς το κινητό σου ή παρατηρείς κάτι στον χώρο ή κάποιος λέει κάτι και κρααακ ανοίγει μια τρύπα στο φράγμα και συνειδητοποιείς ότι δεν γίνεται να σταματήσεις την σκέψη, είναι αδύνατο, είναι αξίωμα. Όσο υπάρχεις, θα σκέφτεσαι. Κι όσο σκέφτεσαι, αν δεν είσαι καλά, θα κάνεις σκατένιες σκέψεις, γιατί αυτό έχεις για να σκεφτείς.

Into the evening tide,
passed through followed in.

Ο ύπνος όμως, είναι μια εντελώς διαφορετική υπόθεση. Είναι μια άλλη χώρα, πραγματικά, με τους ολοδικούς της κανόνες. Ο βασικός είναι πως, σε αντίθεση με την υπολοιπη καθημερινότητα, δεν οδηγείς εσύ: είναι αυτή η τέλεια συνειδητοποίηση -και τρομακτική μαζί- πως αφήνεσαι ολοκληρωτικά, πως δεν επιλέγεις τίποτα - συνειδητά τουλάχιστον - του τι θα δεις στην φάση R.E.M. Είναι σα να μπαίνεις τυχαία σε μια αίθουσα σινεμά. Μπορεί να δεις τον εαυτό σου να τρέχει σε μια έρημο γεμάτη πισίνες. Ή το να χορεύεις σε ένα πάρτυ σε ένα χώρο στον οποίο το πάτωμα είναι γεμάτο διακόπτες που παράγουν ήχους. Μπορεί να δεις το πρόβλημα που σε βαραίνει όταν είσαι ξύπνιος να είναι λυμένο - πράγμα που κάνει το ξύπνημα ακόμα χειρότερο. Μερικές φορές, αν σου χαμογελάσει η τύχη, μπορεί και να μη δεις τίποτα απολύτως. Dreamless sleep. Ότι καλύτερο.

 Ίσως γι' αυτό είναι απαραίτητος ο ύπνος. Όχι τόσο για την ξεκούραση, αλλά για το διάλλειμα από την συνεχή σκέψη. Μερικές φορές σκέφτομαι πόσο τέλειο θα ήταν να μπορούσα να κοιμάμαι για εβδομάδες, ίσως και χρόνια. Να βάζω ενα εσωτερικό αλαρμ το οποίο θα με ξυπνήσει το τάδε έτος. Σαν χειμέρια νάρκη ένα πράγμα. Και δεν μου αρέσει καν τόσο πολύ ο ύπνος. Μερικές φορές τον απεχθάνομαι. Αλλά την σκέψη, όσο περνούν τα χρόνια, νομίζω την απεχθάνομαι πάντα.

Three hearts hollowed out
Until you come back again.





Υ.Γ. Το Field of Reeds ήταν ο καλύτερος δίσκος του 2013 (και όχι μόνο). Πάω να προσπαθήσω (ξανά) να κοιμηθώ. Το τσικι τσικι συνεχίζει. Το τσικι τσικι είναι η σκέψη που σε σκουνταει και σου ψιθυριζει, "δεν παω πουθενά, εδω θα είμαι πάλι όταν ξυπνήσεις."

Tuesday, January 12, 2016

All Tomorrow's Parties




 Όταν ήμουν μικρός, φάση δημοτικό, οι γονείς μου αποφάσισαν να με στέλνουν τα καλοκαίρια στην κατασκήνωση. Δούλευαν και οι δύο και δεν υπήρχε κάποιος να με προσέχει σπίτι τους δύσκολους καλοκαιρινούς μήνες. Η κατασκήνωση ήταν μια απ’ αυτές τις κλασσικές που φυτρώνουν κατά δεκάδες στην Περαχώρα, κοντά στο Λουτράκι, που είναι λες και έχουν φτιαχτεί αποκλειστικά για παιδιά με διάσπαση προσοχής και υπερκινητικότητα. Πάντα έχει ένα κάρο μαλακίες να κάνεις, ουδεμία απ' αυτές ενδιαφέρουσα. Νομίζω την έλεγαν Σπορτ Κάμπ, ή κάτι τέτοιο. Οριακά αστείο, αν σκεφτεί κανείς ότι η τελευταία μου επαφή με τον αθλητισμό ήταν κάπου στο δημοτικό, όταν μου πέταξε ένα μαλακισμένο μια μπάλα στο κεφάλι.

 Όπως είναι φυσικό, μισούσα με πάθος την κατασκήνωση. Και αυτή με μισούσε αρκετά, μάλλον. Για να περνάω κάπως τ' Αυγουστιάτικα μεσημέρια εκεί πέρα είχα πάρει μαζί μου διάφορες κασσέτες για το γουόκμαν, περιοδικά τύπου PC Master και μερικά βιβλία. Τότε είχα διαβάσει, σε μια άδεια άιθουσα την οποία κάποιος με γενναίες δόσεις χιούμορ είχε ονομάσει βιβλιοθήκη, τον Κόμη Μοντεχρίστο του Αλέξανδρου Δουμά. Μου άρεσε πολύ αυτό το βιβλίο. Οριακά ταύτιση, στο νεαρό μυαλό μου τότε. Και πραγματικά χαιρόμουν τόσο πολύ όταν τελείωνε ο γαμημένος μήνας της κατασκήνωσης και μπορούσα να γυρίσω στο σπίτι μου. Γιατί δεν θα έκανα πλέον κάτι που δεν ήθελα να κάνω. Γι' αυτό.

 Τότε ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα με απόλυτη σαφήνεια πως είναι να κάνεις κάτι το οποίο δεν θες να κάνεις. Σιγά σιγα, καθώς πέρναγε ο καιρός και μεγάλωνα, τα πράγματα τα οποία δεν ήθελα να κάνω και αναγκαζόμουν να κάνω αυξάνονταν και πλυθήνονταν. Σε μια φάση οι γονείς μου μ’ έστειλαν για ταε κβον ντο. Let that sink in a little. Τους είχε πιάσει φόβος ότι η κύφωση στην πλάτη θα μου μείνει κουσούρι (ο φόβος αυτός τελικά επιβεβαιώθηκε, αλλά αυτό είναι δευτερεύον). Ούτε ταε κβον ντο ήθελα να κάνω. Δεν ήθελα να γυρίζω με το σχολικό απ’ το σχολείο, ούτε να συναναστρέφομαι πολύ με τους συμμαθητές μου. Δεν ήθελα να πέφτω για ύπνο – αυτό το μισούσα με πάθος, την διαδικασία του ύπνου εννοώ – και τελικά καθόμουν να κοιτάζω το ρολόι στον απέναντι τοίχο για ώρες, μέχρι τις 5 ξερω γω, όπου και μ΄έπαιρνε ο ύπνος καθιστός στην κουκέτα που μοιραζόμουν με την αδερφή μου. Δεν ήθελα να πλένω τα χέρια μου ξανα και ξανά, μέχρι ν ανοίξουν, επειδή ένιωθα ότι είναι βρώμικα και κολλούσαν. Γενικά, δεν ήθελα να κάνω σχεδόν τίποτα απ’ ότι έκανα.

 Κάποια στιγμή, στα 17, χωρίς δηλαδή να έχω καν τυπικά το νόμιμο δικαίωμα να κάνω sign up σε τσοντοσάιτ, κλήθηκα να επιλέξω τι θέλω να κάνω με το υπόλοιπο της ζωής μου. Για κάποιο μυστήριο λόγο, δήλωσα Φυσικό ως νο. 1 σχολή, ενώ πραγματικά αυτό δεν ήταν κάτι το οποίο ήθελα σε κανένα πιθανό κόσμο. Ήταν απλά η λιγότερο σκατά επιλογή απ’ όσες είχα μπροστά μου. Τελικά, κουτσά στραβά, σχεδόν 9 χρόνια αργότερα, κατάφερα να πάρω το γαμημένο πτυχίο φυσικού. Ούτε αυτό το ήθελα, ας μη γελιόμαστε, δε μου τα σκασε στην πορεία να γίνω ο σούπερ φυσικός, απλά κάπως έπρεπε να το πάρω, γιατί αυτό κάνουν οι άνθρωποι, ή κάτι τέτοιο.
 Σκεφτόμουν πρόσφατα ότι, όσο μπορώ να θυμηθώ την φάση μου, κάνω πράγματα τα οποία δεν θέλω. Κι όποτε έχω να επιλέξω, επιλέγω ανάμεσα σε κακές επιλογές, την λιγότερο επώδυνη κάθε φορά. Τα ‘θέλω’ περιορίζονται σε πολύ επιφανειακά και αίωλα πράγματα: λ.χ. αυτή τη στιγμή θέλω πολύ να καπνίσω. Θα στρίψω ένα τσιγάρο και θα το καπνίσω. Άύριο μπορεί να ξυπνήσω και να θέλω να φάω KFC, οπότε θα πάρω το αμαξι και θα πάω να διπλοπαρκάρω στο Σύνταγμα με αλαρμ ελπίζοντας να μην πάθει κοκομπλοκο κάποιος ταρίφας που θα έχω σίγουρα κλείσει όση ώρα ετοιμάζεται η παραγγελία μου. Αυτό θα θέλω να το κάνω. Ή να δω το καινούριο επεισόδιο κάποιας scifi σειράς συνοδεία τζανκ φουντ. Κι αυτό θέλω να το κάνω. Προσέξτε: δεν θα το κάνω επειδή δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω (που μπορεί και να ισχύει) αλλά επειδή θέλω πάρα πολύ να φαω KFC βλέποντας το καινούριο επεισόδιο Expanse.

 Θα ρωτήσει τώρα κάποιος, ‘γιατί; αυτά δεν είναι σημαντικά;’. Προφανώς, εντός συγκεκριμένων πλαισίων, είναι. Μερικές φορές δεν υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα απ’ αυτά, τα μικρά. Αλλά τον τελευταίο καιρό κάπως μου φαίνονται κι αυτά πιο ασήμαντα απ’ ότι συνήθως.

 Ας δούμε ένα άλλο παράδειγμα. Πριν μερικές βδομάδες κυκλοφόρησε το νέο Σταρ Γουορς. Κανονικά αυτό το ποπ κάλτσουρ ηβέντ θα έπρεπε να ορίσει σε απόλυτο βαθμό τον τελευταίο, τουλάχιστον, μήνα της ζωής μου. Αλλά δεν. Εννοείται πήγα και το είδα στην πρεμιέρα. Και δεν ήταν κακό, απεναντίας. Αλλά ενώ περίμενα ότι θα θέλω να το ξαναδώ τουλάχιστον 2-3 φορές ακόμη στη μεγάλη οθόνη, μετά το πρώτο 24ωρο σταμάτησα να το σκέφτομαι. Τι στην ευχή. Το ίδιο πράγμα και με το Fallout 4, το παιχνίδι που περίμενα ένα χρόνο και βάλε και το οποίο έκανα preorder την ημέρα που άνοιξαν τα preorders. Είναι ζήτημα αν έχω παίξει κανα τρίωρο.

Είναι αρκετά τρομακτικό όταν μικρές απολαύσεις που μπορούσαν παλιότερα να γεμίσουν τρομακτικά μεγάλο κομμάτι του χρόνου σου πλέον περνάνε στο ντούκου. Και ακούω ήδη την ερώτηση απ’ το φιλοθεάμον κοινό: ‘τότε τι στο δίαολο ΘΕΣ να κάνεις ρε φίλε;’

 Είναι μια αρκετά καλή ερώτηση. Ειλικρινά δεν ξέρω πώς να την απαντήσω. Δεν θέλω καν να γίνω αστροναύτης, όπως ήθελα μικρός. Ούτε ηθοποιός, όπως ήθελα μερικά χρόνια αργότερα. Νομίζω ότι, σε μια πρώτη ανάλυση τουλάχιστον, απλά θέλω - επιθυμώ - να σταματήσω να κάνω πράγματα τα οποία δεν θέλω να κάνω.  Λ.χ. αύριο δεν θέλω να ξυπνήσω και να νιώθω αυτή την πρωινή θλίψη που την νιώθεις ν' αναβλύζει σαν φλέμμα και συνοδεύει το πρώτο τσιγάρο της μέρας. Ας μην ξυπνήσω καλύτερα. Να ξυπνήσω μεθάυριο, ή σ' ένα μήνα - πόσο τέλειο θα ήταν αυτό; Δεν θέλω να σηκώσω το τηλέφωνο για ν απαντήσω ευγενικά στην πιο ηλίθια τεχνική ερώτηση του κόσμου, η απάντηση της οποίας βγαίνει ως πρώτο αποτέλεσμα μ' ένα απλό ψάξιμο στο γκουγκλ. Δεν θέλω να κάνω τρία μισάωρα ντους ούτε να αλλάξω γι' άλλη μια φορά τις πετσέτες στο μπάνιο. Ούτε θέλω να υποκύψω σε συναισθηματικούς εκβιασμούς φίλων και γνωστών και να υποχρεωθώ σε καταναγκαστική κοινωνικοποίηση η οποία θα με κάνει να γυρίσω σπίτι χειρότερα απ' ότι ήμουν πριν φύγω. Και ναι, προφανώς, υπάρχουν μερικά πράγματα, πιο συγκεκριμένα, τα οποία θέλω. Είμαι αρκετά σίγουρος γι' αυτά. Αλλά, κι εδώ μπαίνει το μεγάλο αλλά, μερικές φορές, τις περισσότερες δηλαδή, ας μη γελιόμαστε, αυτά τα οποία θέλουμε να κάνουμε, αυτά που θέλουμε γενικότερα, είναι λίγο ή πολύ εκτός των χεριών μας. Και ενώ υπό κάποιο συγκεκριμένο πρίσμα η σκέψη αυτή θα είχε κάτι σχεδόν ανακουφιστικό, κάτι πραγματικά λυτρωτικό, ε, αυτό το βράδυ Δευτέρας του Γενάρη, ίσως κάθε βράδυ μάλλον, ειλικρινά πιστεύω ότι δεν υπάρχει πιο τρομακτική συνειδητοποίηση από αυτήν.

 Υ.Γ. Σήμερα έμαθα ότι πέθανε ο Bowie περιμένοντας σε ασανσέρ για ραντεβού με γιατρό, είδηση η οποία έκανε μια σκατά μέρα ακόμα πιο σκατένια. Για κάποιο λόγο όμως, ίσως σε πείσμα των 32,000 φεησμπουκ rip posts με όλη την δισκογραφία του, το μόνο που μπορώ ν’ ακούσω σήμερα – και νομίζω ότι θα μπορώ ν’ ακούω πάντα, όπως και να είμαι – είναι οι Velvet Underground.

Υ.Γ. 2 Και δεν τρελαίνομαι καν ιδιαίτερα για τα πάρτυ. Πολύ ταλαιπωρία ρε παιδί μου...







Saturday, December 19, 2015

#16. Deerhunter - Fading Frontier [4AD]



 Περάσανε οι μέρες, όπου να 'ναι τελειώνει κι η μπλογκοβίζιον, ας ανεβάσω κι εγω ενα κειμενάκι για το ξεχου που λένε. Πάντως την λίστα την έχω στείλει κανονικά στα κεντρικά, μην βαράτε.

 Τακτοποιούσα λίγο το σπίτι μου πιο πριν - το οποίο θύμιζε κάπως γαλλική πολυνησία μετά τις πυρηνικές δοκιμές - και ανακάλυψα δύο καπνούς μισοτελειωμένους και χάρηκα κάπως. Πέρασε ένα σκληρό μισάωρο στο οποίο έσκασε σταδιακά η τρομακτική συνειδητοποίηση πως, αργά η γρήγορα, θα έπρεπε να ντυθώ και να βγω στο γαμώκρυο για να πάω να πάρω καπνό, ή ακόμα χειρότερα, να ονομάσω την διαρκή λιγούρα που νιώθω ως πείνα και να παραγγείλω κάποια μαλακία τύπου πατατοκροκέτες με σως καρμπονάρα (fo' realz) για να μπορέσω να ζητήσω να μου φέρουν έναν Καρέλια μαζί.

 Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί το καινούριο Star Wars και θα έπρεπε να χοροπηδάω απο χαρά. Παρ' όλα αυτά, δεν νιώθω σχεδόν τίποτα απ' αυτά που περίμενα εναμιση χρόνο να νιώσω. Σίγουρα, θα χαρώ πολύ να το δω. Μερικές φορές μπορώ σχεδόν να φανταστώ την γλυκιά αίσθηση του να βυθίζομαι στο κάθισμα του σινεμά με το πακετάκι νάτσος να ζεσταίνει την κοιλιά μου καθώς σκάει στην οθόνη το 'a long time ago, in a galaxy far, far away...' και χαμογελάω. Αλλά αυτό μου φαίνεται δεν είναι αρκετό.

 Το ίδιο πράγμα συνέβη και με το Fallout 4, το οποίο περίμενα σαν τρελός. Είναι ζήτημα να έχω παίξει 3-4 ώρες. Ξέρω πως κάποια στιγμή θα μου τα σκάσει και θα καω για καμια βδομάδα - ελπίζω τουλάχιστον. Πάντως η όλη αίσθηση που έχω, αυτό δηλαδή που με κάνει να νιώθω μετά απο ένα χρόνο σχεδόν αναμονής, είναι ένα απλό... meh.

 Τι στην ευχή γίνεται; Μάλλον χάλασα. Δεν ξέρω. Ίσως φταίει το ότι γερνάω. Αλλά αυτό δεν είναι δικαιολογία. Με αγχώνει πολύ το πέρασμα του χρόνου. Τρομακτικά πολύ. Παλιότερα το έβλεπα πάνω στους άλλους: γονείς, συγγενείς, φίλους. Τώρα έχω αρχίσει να το βλέπω πάνω μου. Κάθε πρωί ξυπνάω και οι τρίχες μου είναι όλο και πιο γκρίζες, το σώμα μου πιο μπαμπαδίσιο (και χωρίς να έχω και παιδιά), τα δόντια μου πιο κίτρινα, η πλάτη μου πιο πιασμένη κ.ο.κ. Σα να κατεδαφίζομαι σε slow motion.

 Πάντα με τρόμαζε η εντροπία. Μερικές φορές, τα βράδια συνήθως - και ειδικά τα Σαββατοκύριακα, για κάποιο περίεργο λόγο - κοιτάζω το ταβάνι καπνίζοντας και σκέφτομαι το τέλος των πάντων. Τον θερμικό θάνατο του σύμπαντος, λόγου χάριν: όταν η ενέργεια είναι παντού ισότιμα κατανεμημένη, όταν όλα τα σώματα στο σύμπαν έχουν φθάσει στην ίδια απολύτως θερμοκρασία, σε κατάσταση μέγιστης εντροπίας δηλαδή, τότε η παραγωγή οποιουδήποτε έργου είναι θερμοδυναμικά αδύνατη. Οι ίδιες οι διεργασίες που υποστηρίζουν την ζωή καθίστανται αδύνατες. Έχει κάτι αρκετά βασανιστικό αυτό το ενδεχόμενο σαν σκέψη. Παρεπιπτόντως, δεν κάθομαι να σκέφτομαι τέτοια ζοφερά κάθε βράδυ, έτσι; Προχθές λόγω χάριν σκεφτόμουν ότι πρέπει να παραγγείλω την καινούρια φιγούρα Alien σε κλίμακα 1/4 της NECA. Αλλά αυτό είναι κάτι που θα σχολιάσω σε μελλοντικό ποστ.

 Τέλος πάντων. Φέτος έβγαλε δίσκο ο Bradford της καρδιάς μας και είναι κι αυτός υπέροχος. Σίγουρα υπερβολικά καλός για βράδυ Παρασκευής στην Αθήνα των 7 βαθμών Κελσίου. Δεν υπήρχε περίπτωση να λείπει από αυτή τη λίστα, ούτε για πλάκα. Και τώρα φυσικά μου έσκασε να (ξανα)διαβάσω για το σύνδρομο Marfan στην Wikipedia. Αρκεί να βρω έναν καπνό, γιατί μάλλον υποτίμησα την όρεξη μου για τσιγάρο, για άλλη μια φορά.




17.   Father John Misty - I Love You, Honeybear
18.   Dilly Dally - Sore
19.   Self Defense Family - Heaven Is Earth
20.   Broken Prayer - Misanthropocentric AKA Droid's Blood


Friday, December 11, 2015

#17. Father John Misty - I Love You, Honeybear [Sub Pop]


 Όπως θα έχετε καταλάβει, το πλάνο του ενός ποστ την ημέρα έχει πάει κατά διαόλου. Θυμίζω αυτό περί αναβλητικότητας που ανέφερα σε προηγούμενο κείμενο. Τέλος πάντων. Κουτσά στραβά, ελπίζω εντός του '15 να έχουν ανέβει όλα της λίστας.

 Σήμερα πήγα να κουρευτώ. Από μικρή ηλικία το κούρεμα μου φαινόταν ένα απ' τα άβολα, εκνευριστικά πράγματα που πρέπει κανείς να συνηθίσει στη ζωή - σαν τη δοκιμή παντελονιού σε κατάστημα ένα πράγμα. Οι κυρίαρχες σκέψεις γύρω απ' το κονσεπτ του κουρέματος, στο κεφάλι μου τουλάχιστον (χα!), είναι οι εξής: Κατά πρώτον, είναι το άγχος της μάνας μου "να μην κρυώσει το κεφάλι του" μετά το λούσιμο, και η υποχρεωτική χρήση σκούφου (η οποία έκανε τα έτσι κι αλλιώς πεταχτά αυτιά μου να φαίνονται ακόμα πιο αστεία). Το άγχος αυτό το κουβαλάω ακόμα. Ευτυχώς όμως δεν φοράω σκούφο. Το δεύτερο είναι το - επίσης άγχος - όταν μεγάλωσα λίγο, του να με ρωτάνε πως θέλω να κάνω τα μαλλιά μου. Ακόμα δεν έχω ιδέα τι να απαντήσω σ' αυτή την ερώτηση - "θέλω απλά να κουρευτώ", λέω συνήθως.

Στα φοιτητικά χρόνια, το κούρεμα είχε γίνει κάπως ρουτίνα, δηλαδή παλέψιμο. Είχα βρει έναν τύπο κοντά στο σπίτι μου στην Πάτρα ο οποίος είχε όλα αυτά που έψαχνα σε έναν κουρέα: α) δεν με ρώταγε πως θέλω να κάνω τα μαλλιά μου, απλά με κούρευε β) ήταν φθηνός και γ) δεν έπιανε εκνευριστικές συζητήσεις την ώρα που σε κούρευε. Επίσης, μόνο μια φορά με ρώτησε κάτι σχετικό με υπολογιστές, κι αυτό με ενδοιασμό.

 Αφού τέλειωσα με την σχολή και την σιχαμένη Πάτρα, η επιστροφή στην Αθήνα συνοδεύτηκε από την επιστροφή του άγχους περί του κουρεύεσθαι. "Που στην ευχή θα πηγαίνω τώρα;", αναρωτήθηκα. Τελικά απεδείχθη ότι είμαι τόσο αναβλητικός που κατέληξα να κουρεύομαι μια φορά το διμηνο - τρίμηνο όταν κατέβαινα ακόμα Πάτρα για να δω φίλους, να κανονίσω εκκρεμότητες με την σχολή κλπ. Κατά μια έννοια, θα μπορούσε να πει κανείς πως πήγαινα στην Πάτρα να κουρευτώ.

 Τελικά μετά απο κάποιο διάστημα, μάζεψα το λιγοστό κουράγιο μου και αποφάσισα να κουρευτώ κάπου στην Αθήνα. Μπήκα κυριολεκτικά στο πρώτο κουρείο που είδα μπροστά μου: ένα απέναντι απ' τα ΕΛΤΑ κοντά στο πατρικό μου, όπου είχα πάει για να παραλάβω κάτι δίσκους που είχαν σκάσει από mailorder.

Φυσικά, ο τύπος ήταν για δέσιμο. Κυριολεκτικά. Αντί για ψαλίδι, χρησιμοποιούσε δύο (2) ξυριστικές μηχανές - ταυτόχρονα. Όπως μου είπε αφού είχα κάτσει στην καρέκλα και είχα φορέσει την ποδιά, "γι' αυτό τον λόγο με διώξανε απ' την κουρέων κομμοτών αθήνας, δεν στηρίζανε την τεχνική μου". Παραδόξως, ο τύπος το 'χε. Ειλικρινά, πέραν του πιρι πιρι - και του φόβου για πιθανό σεισμό την ώρα που ακουμπάνε σχεδόν στο κεφάλι μου δύο ξυριστικές μηχανές - δεν έχω κάποιο παράπονο.

 Έχει πλάκα να κοιτάς τις τρίχες σου καθώς πέφτουν στην ποδιά και, στη συνέχεια, στο πάτωμα. Τα τελευταία χρόνια οι γκρίζες πολλαπλασιάζονται με εκθετικό ρυθμό. Το σκεφτόμουν αυτό σήμερα και με έπιασε μια περίεργη μελαγχολία - όχι για το γεγονός ότι παλιώνω, αν και αυτό προφανώς με θλίβει, αλλά γενικότερα για το πέρασμα του χρόνου. Είναι κι αυτός ο γαμημένος καιρός, με το συνεχές ψιλόβροχο και τους 5-6 βαθμούς που δεν σε προδιαθέτει για ιδιαίτερα ευχάριστες σκέψεις. 

 Η - κατά τα άλλα εντελώς uneventful - διαδρομή από το σπίτι μου στο κουρείο είχε κάτι ιδιαίτερα μελαγχολικό. Στο αμάξι άκουγα το 'I Love You, Honeybear'. Και κάπνιζα. Πολύ. Και φυσικά έβηξα τα πνευμόνια μου στο παρμπρίζ. Καταλαβαίνεις ότι έχει γαμηθεί η φάση σου όταν έχεις σιρόπι για ξερόβηχα στο ντουλαπάκι του συνοδηγού, και το πίνεις γουλιά γουλιά απ' το μπουκάλι στα φανάρια, σαν τον John Constantine ένα πράγμα. 

Στην κίνηση της Αλεξάνδρας μπήκε το 'Bored in the USA'. Τι ωραίος, γλυκόπικρος δίσκος. Κάπως σαν τους Δεκέμβρηδες σ' αυτή την σκατούπολη.






18.   Dilly Dally - "Sore"
19.   Self Defense Family - "Heaven Is Earth"
20.   Broken Prayer - "Misanthropocentric AKA Droid's Blood" 

Friday, December 4, 2015

#18. Dilly Dally - Sore [Partisan]



Χθες μαλακίστηκα και δεν ανέβασα κείμενο. Οπότε σήμερα έχω να ανεβάσω δύο. Και να βουρδουλιαστώ, για να μην το ξανακάνω. Oh well. Για να δούμε.

Γενικά στηρίζουμε αναβλητικότητα. Φουλ. Τα τελευταία χρόνια την έχω αναγάγει σε κάτι σαν μορφή τέχνης - δίνω ψυχή και σώμα σ' αυτήν, προσπαθώντας ν' ανακαλύψω τα όριά της. Και νομίζω ότι πλησιάζω στον στόχο μου.

Σήμερα ήθελα να ξυπνήσω στις 8 για να ξεμπερδεύω με διάφορες δουλειές. Η αλήθεια είναι πως ξύπνησα στις 8, αποπειράθηκα να σηκωθώ απ' το κρεβάτι, συνειδητοποίησα ότι κάνει αρκετή ψύχρα, ας μη γελιόμαστε, τύπου 'άστο καλύτερα' ψύχρα, έβαλα ξυπνητήρι για τις 11, έστειλα δύο μηνύματα ζητώντας αναβολή για τις προαναφερθείσες δουλειές, και ξανακοιμήθηκα. Οι ενοχές κράτησαν όση ώρα μου πήρε να ξανακυλήσω σε βαθύ ύπνο - περίπου τρία λεπτά. Μετά, λήθαργος.

Την γλυκιά απόλαυση της αναβλητικότητας, αυτό το πράγμα που φέρνει σχεδόν θαλπωρή, την συνειδητοποίησα σε μικρή ηλικία, όταν ξεκίνησα το σχολείο. Θυμάμαι ακόμη πως έμαθα τι σημαίνει η λέξη: διάβαζα κάτι συλλογές Μαφάλντα της μάνας μου μικρός και σε ένα στριπάκι ο Φελίπε κρεμάει ένα πόστερ που λέει 'μην αναβάλλεις για αύριο αυτό που μπορείς να κάνεις σήμερα' στο δωμάτιο του - και φυσικά στην συνέχεια αναβάλει αυτό που έχει να κάνει για την επόμενη ημέρα. "Αααα! Αυτό είναι που μου αρέσει να κάνω! Ώστε έτσι λέγεται!", είχα σκεφτεί.

Από τότε παραμένει σταθερή αξία στην καθημερινότητά μου. Το αστείο στην όλη φάση είναι πως το γεγονός ότι αγχώνομαι με το παραμικρό θα έπρεπε να με αποτρέπει απ' το να αναβάλω πράγματα. Κι όμως, το άγχος τουλάχιστον είναι κάτι γνώριμο και οικείο, κάτι το οποίο συνηθίζεται με κάποιο τρόπο καθώς περνάει ο καιρός. Είναι μια σταθερά, ας πούμε. Ενώ το να κάνεις πράγματα, η ίδια η διαδικασία του να παίρνεις αποφάσεις τύπου 'τώρα θα κάνω αυτό και ΤΕΛΟΣ', έχει κάτι.. ακόμα πιο αγχωτικό; Όχι, όχι, καλύτερα να γίνει πιο μετά, ή αύριο, ή την επόμενη βδομάδα. Ή και ποτέ, αν τραβήξει κανείς την αναβλητικότητα στο όριό της. Αυτό πολλές φορές θα ήταν το ιδανικό.

Προφανώς δεν είναι όλα ρόδινα στον κόσμο της αναβλητικότητας. Υπάρχει το 24/7/365 άγχος, όπως προανέφερα, πάντα στο πλάι σου, μαύρος αδερφός. Είναι επίσης οι ενοχές και αυτό το απαίσιο συναίσθημα του να νιώθεις μερικές φορές πιο άχρηστος κι απ' το ασπράδι που μαζεύεται στις άκρες των χειλιών σου το καλοκαίρι όταν διψάς πολύ. Μερικές φορές μπλέκεις, άσχημα συνήθως, διότι προφανώς αυτό το οποίο αναβάλλεις επηρεάζει σε μικρό ή μεγάλο βαθμό άλλους ανθρώπους, οι οποίοι δεν θα χάσουν ποτέ την ευκαιρία, πέρα απ' το να σε ξεχέσουν (και δικαίως) επειδή τους άφησες ξεκρέμαστους, να σου κάνουν επικά diss σχετικά με την αναβλητικότητά σου.

Τέλος πάντων. Τώρα πίνω το πρωινό μου μιλκαφέ, νιώθω το στομάχι μου να παρακαλάει για μια σφολιάτα ή κάτι τέτοιο και κάνω το πρώτο τσιγάρο της ημέρας, γράφοντας αυτό το εκπρόθεσμο ποστ. Φυσικά από πίσω παίζει το 'Sore'. Ο δίσκος αυτός έσκασε από το πουθενά για μένα - δεν γνώριζα καν την ύπαρξη της μπάντας πριν διαβάσω ένα ρηβιού στο Πιτσφορκ (sue me). Χρειάστηκε ν' ακούσω μόνο το 'Desire' για να κολλήσω. Τιμημένος Καναδάς γαμώτο. Κι αυτή η φωνή της Katie Monks, η τίγκα στο γρέζι... ίσως το υπέρτατο αφροδισιακό. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι δεν έχουν νόημα ύπαρξης οι μπάντες με αντρικά φωνητικά. Πραγματικά, why bother?





Wednesday, December 2, 2015

#19. Self Defense Family - Heaven Is Earth [Deathwish]



Με κάθε χρονιά που περνάει, η διαδικασία του να γράφω ένα κατεβατό για κάθε έναν απ' τους 20 αγαπημένους δίσκους της χρονιάς μου φαίνεται όλο και πιο δύσκολη, ένα φαραωνικό έργο πραγματικά. Μου δημιουργεί πραγματικό, σχεδόν απτό άγχος.

Και η αλήθεια είναι πως βαριέμαι να γράψω κάτι έτσι σκέτο για το πως είναι ο εκάστοτε δίσκος. Ας μιλήσω για κάτι άλλο λοιπόν. Ας μιλήσω για τον ύπνο.

Από μικρός είχα μια περίεργη σχέση με τον ύπνο. Δεν είναι ότι δεν απολάμβανα την διαδικασία του ύπνου. Όμως με τρόμαζε αρκετά. Για την ακρίβεια, το πρώτο 'κανονικό' άγχος που θυμάμαι να βιώνω, το είχα βιώσει γύρω από το ζήτημα του ύπνου. Με το που ξάπλωνα στο κρεββάτι μου, στην πάνω κουκέτα στο δωμάτιό που μοιραζόμουν με την αδερφή μου στο οικογενειακό μας διαμέρισμα στην Κυψέλη, και έκλεινα τα μάτια μου, εικόνες των τελευταίων ημερών άρχιζαν να παίζουν σαν ταινίες στα κλειστά μου βλέφαρα και δεν με άφηναν να κοιμηθώ.

Μπορεί να ήταν το πιο απλό πράγμα - κάτι που είχα δει στο σχολείο και μ' είχε παραξενέψει ή ζορίσει. Όπως τότε που με είχε εξετάσει ο καθηγητής Γεωμετρίας στο γυμνάσιο στον πίνακα και τα έκανα σκατά και τον έβλεπα με το που έκλεινα τα μάτια μου να μου βάζει να λύνω το πιο δύσκολο πρόβλημα στον κόσμο. Μπορεί να ήταν το εξώφυλλο ενός ιατρικού βιβλίου σε κάποια βιτρίνα στην Φωκίωνος Νέγρη που απεικόνιζε έναν ανθρώπινο εγκέφαλο. Για βδομάδες, με το που έκλεινα τα μάτια μου, σκεφτόμουν μυαλά σε γυάλες να έχουν γεμίσει το δωμάτιό μου και να μου μουρμουρίζουν.  Μπορεί να ήταν το εξώφυλλο κάποιας τρας σαιφαι ταινίας στο βιντεοκλαμπ της γειτονιάς. Ένα βράδυ είχα βρει μια που απεικόνιζε τον πρωταγωνιστή, ο οποίος είχε μεταλλικό κεφάλι, σαν σάημποργκ ένα πράγμα. Για κανα μήνα με το που έκλεινα τα μάτια μου σκεφτόμουν την οικογένειά μου να κάθεται στην πόρτα του δωματίου μου και να έχουν όλοι μεταλλικά κεφάλια με κενές κόγχες ματιών και απλά να με κοιτάζουν.

Ο πιο απλός τρόπος που είχα ανακαλύψει τότε για να γλυτώνω απ' αυτές τις - δυσάρεστες ως επί το πλείστον - προβολές ταινιών στο κεφάλι μου ήταν να ανασηκώνομαι στην κουκέτα μου, να ακουμπάω την πλάτη μου στον τοίχο και να χαζεύω τον τοίχο απέναντι, όπου ήταν κρεμασμένο ενα μεγάλο ρολόι. Καθόμουν και το παρατηρούσα όλη την νύχτα. Έβλεπα τον δείκτη των δευτερολέπτων να γυρίζει γύρω γύρω και τα λεπτά να περνάνε. Και τις ώρες. Κατά τις 5-5μιση το πρωί, λόγω εξάντλησης, με έπαιρνε βαθύς ύπνος - και αν ήμουν τυχερός, χωρίς όνειρα. Αυτό το πράγμα συνεχίστηκε για χρόνια και κάπως έτσι βγήκε το δημοτικό και το γυμνάσιο.

Στην συνέχεια, στο λύκειο, έκαναν την εμφάνισή τους οι -πιο κλισέ- αϋπνίες. Μερικές φορές σκέφτομαι πως δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα απ' το να είσαι πτώμα και να μη μπορείς να κοιμηθείς. Να στριφογυρίζεις, να ιδρώνεις, να γυρίζεις από δω κι απο κει το μαξιλάρι, να σηκώνεσαι, να πίνεις νερό, να πίνεις γάλα, να πηγαίνεις για κατούρημα ενώ δεν θες πραγματικά να κατουρήσεις, κ.ο.κ. Για να μπορέσεις να διατηρήσεις έστω μια ιδέα λειτουργικότητας κατά τη διάρκεια της ημέρας, πρέπει να πίνεις πολλούς καφέδες - ή να κάνεις κατάχρηση παναντόλ έξτρα, αυτά με την καφείνη μέσα. Μια περίοδο πρέπει να έπινα 8 την ημέρα για να μπορέσω να λειτουργήσω. Δεν το συνιστώ.

Τα τελευταία χρόνια η κατάσταση έχει ευτυχώς ομαλοποιηθεί. Καταφέρνω να κοιμηθώ 6ωρα και 7ωρα, μερικές φορές χωρίς να ξυπνήσω καθόλου μέσα στη νύχτα. Τα όνειρά μου όσο μεγαλώνω γίνονται ολοένα και πιο έντονα, αλλά αυτό μου αρέσει κάπως. 

Χθες βράδυ κοιμήθηκα νωρίς (για τα δεδομένα μου πάντα) και ξύπνησα νωρίς. O ύπνος μου ήταν βαρύς και ήρεμος και τα όνειρά μου μάλλον ευχάριστα. Για πρωινό ήπια ένα πράγμα βγαλμένο απ' την ονείρωξη ενός μπαρίστα και έφαγα ένα σάντουιτς με σχεδόν ωμό μπέικον. Πιο μετά, πηγαίνοντας για να βγάλω τα προς το ζην, έβαλα να παίξει στο εμπιθρι το Heaven is Earth. Αφού πάρκαρα έξω απ' την δουλειά, κάθισα στο αμάξι ένα δεκάλεπτο κάνοντας τσιγάρο για να το αφήσω να τελειώσει. Καθυστέρησα λίγο τον πελάτη, αλλά ειλικρινά δεν με ένοιαζε καθόλου. Μου αρέσει πολύ όταν συμβαίνει αυτό. Στηρίζω, πως το λένε.




20. Broken Prayer - Misanthropocentric AKA Droid's Blood







Tuesday, December 1, 2015

#20. Broken Prayer - Misanthropocentric AKA Droid's Blood [Sorry State]


Ακόμα μια περιστροφή γύρω απ' τον ήλιο ολοκληρώθηκε, το ηλιακό σύστημα μετακινήθηκε ένα εκαττομυριοστό της μοίρας γύρω απ' την μαύρη τρύπα στο κέντρο του γαλαξία, γλύτωσα από βέβαια θάνατο οδηγώντας σε επαρχιακό δρόμο στην Εύβοια, οι Isis αναγκάστηκαν ν' αλλάξουν το όνομα του φέησμπουκ πεητζ τους σε 'Isis the Band', όπου να ναι θα ξαναδούμε Πόλεμο των Άστρων στην μεγάλη οθόνη και ήρθε (επιτέλους;) η ώρα για την φετινή 20αδα δίσκων.

Για κάποιο περίεργο λόγο, η εκπόνηση της φετινής λίστας μου φάνηκε σχετικά.. εύκολη; Μάλλον δεν άκουσα τόση πολλή μουσική μέσα στο 2015. Ή απλά δεν μου έκαναν πολλά πράγματα εντύπωση. Ποιος ξέρει.

Τώρα το ερώτημα είναι, να γράψω για τους δίσκους αυτούς καθ'αυτούς, ή για την χρονιά που σχεδόν έφτασε στο τέλος της; Μουμπλε μούμπλε. Θα προσπαθήσω να γράψω και για τα δύο. Αφού πρώτα στρίψω ένα τσιγάρο.

Τσιγάρο, λοιπόν.

Μέσα στο 2015 κάπνισα πάρα πολύ, ίσως περισσότερο απ' όσο έχω καπνίσει απ' οταν ξεκίνησα αυτό το ανθυγιεινό - αλλά τόσο απολαυστικό - συνήθειο. Η πίσσα και η νικοτίνη ήταν η σταθερή μου παρέα, μέρα και νύχτα εκεί, δίπλα μου, ακλόνητα στρατιωτάκια, σχεδόν για κάθε στιγμή του σωτήριου έτους που μας αφήνει οσονούπω. Αυτό το γεγονός έχει αρχίσει να φαίνεται και πάνω μου - τα δόντια μου έχουν κιτρινήσει, υπάρχει ενα θλιβερό σημάδι στα δάχτυλά μου απ' το φίλτρο και το μουστάκι μου έχει αρχίσει να αποκτά αυτή την μόνιμη κιτρινίλα εκεί στο σημείο κάτω απ' την μύτη, ξέρετε για τι πράγμα μιλάω, το trademark look του αριστεριστή με σταλινικό μουστάκι που ξέρει ότι θα του αφαιρέσουν το τελευταίο τσιγάρο απ' το γεμάτο όγκους χέρι του όταν και όπο τον βρούνε. 

Μερικές φορές τρομάζω στην σκέψη του θανάτου απ' το τσιγάρο. Ένας θεός ξέρει πως έχω χάσει αρκετούς συγγενείς και γνωστούς απ' αυτό. Κάποια βράδια τους τελευταίους μήνες, καπνίζοντας, μ' έπιασα να σκέφτομαι 'τι μαλακίες κάνω; απο αύριο θα το κόψω. Ή θα το μειώσω τουλάχιστον'. Τις προάλλες χρειάστηκε ν ανεβοκατέβω 5 ορόφους με τα σκαλιά κι ύστερα ένιωθα πως είχα τρέξει μαραθώνιο. Προφανώς ούτε το έκοψα, ούτε το μείωσα. Άλλαξα όμως καπνό - λες και αυτό βοηθάει.

Τέλος πάντων. Αν πραγματικά ήθελα να κόψω το κάπνισμα, θα το έκανα. Εννοώ, δεν είναι τόσο δύσκολο όσο ακούγεται (το έχω ξανακάνει στο παρελθόν). Ο λόγος που δεν το κόβω είναι απλούστατα ότι δεν θέλω. Παραείναι απολαυστικό. Σίγουρα είναι πιο αποτελεσμαστικό αγχολυτικό απ' το να τρως τα νύχια σου (τα οποία τρώω) ή να σκαλίζεις την μύτη σου (την οποία σκαλίζω, όταν δεν κοιτάζει κανένας) ή να παίζεις με τ' αυτιά σου (τα οποία είναι πολύ μεγάλα και πεταχτά, μάλλον ακριβώς επειδή παίζω μαζί τους από μικρός).

Το τσιγάρο φτάνει στο τέλος του. Λέω ν' ανάψω το επόμενο με την κάφτρα του προηγούμενου. Παράλληλα ακούω το φετινό πόνημα των Broken Prayer. Πανκ και σύνθια και βρώμικη παραγωγή, πραγματικά αχτύπητος συνδυασμός. Μάλλον αφού ποστάρω αυτό το κείμενο θα μετανιώσω για το οτι έβαλα τον δισκο αυτόν στο νο. 20 - λογικά του αξίζει καλύτερη θέση. Αλλά απ' την άλλη, τι θα άλλαζε κάτι τέτοιο; Η κατάταξη στην παρούσα 20άδα δεν έχει και πολύ σημασία.

Αυτό το κείμενο βγήκε ακόμα χειρότερο απ' ότι φοβόμουν πριν κλικάρω το 'new post'. Δε γαμείς. 

Ανάβω το επόμενο τσιγάρο, πατάω publish και πάω να φτιάξω ενα τσάι. Λέω να ξανακούσω τον δίσκο.


Tuesday, October 27, 2015

Monomania



 "Παραμονή Χριστουγέννων στο Μίκυ Σίτι. Ο Μίκυ και ο Γκούφυ ετοιμάζονται να υποδεχτούν τους φίλους τους, όταν ένας θόρυβος ακούγεται από την αυλή. Αλαφιασμένοι πετάγονται έξω να δουν τι συμβαίνει κι αντικρίζουν έναν κοντοπίθαρο μυταρά με μακριές ξανθές κοτσίδες και μουστάκια να κείτεται δίπλα σε μια ασημένια λεκάνη. Ο ξένος ψελλίζει κάτι ακατάληπτα λόγια για την Ουλουλάνδη, την πατρίδα του, που βρίσκεται σε άλλη διάσταση και για τον δυνάστη τους, τον Πρίγκιπα της Ομίχλης. Ο ίδιος διέσχισε πολλές διαστάσεις με αυτή την λεκάνη, που στην πραγματικότητα είναι ένας διαστημικός μεταφορέας, αναζητώντας τον Αλφ, τον μυθικό ήρωα που είχε κατανικήσει τον Σκοτεινό Πρίγκιπα αιώνες πριν. Κι ενώ ο Μίκυ και ο Γκούφυ προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει, από ένα λάθος μεταφέρονται μαζί με τον Μποζ –έτσι λέγεται ο Ούλος μας– στην χιονισμένη Ουλουλάνδη. Εκεί αποφασίζουν να βοηθήσουν τους κατοίκους."

Η περίληψη από εδω.

 Το 'Μικυμαου' αυτό γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του 80 απο τον Ιταλό Massimo de Vita. Πρόκειται για ένα πραγματικά υπέροχο υβρίδιο fantasy & scifi epics, σαν να έχει ρίξει κανείς στο μπλέντερ τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών μαζί με την ορίτζιναλ Star Wars τριλογία και ολίγη από κλασσικά fantasy μοτίβα. Βγάζει αυτή την αίσθηση childlike awe που έχει το πόνημα του Τζώρτζ Λούκας και της larger than life περιπέτειας του Τόλκιν, χωρίς όμως την -ας το παραδεχτούμε επιτέλους - υπερβολική, κουραστική γραφή του τελευταίου. Αυτό το οποίο όμως το τοποθετεί - στα δικά μου μάτια τουλάχιστον - πιο ψηλά από το μέσο μικυμάου, είναι κάτι άλλο: πως, όταν το διάβασα πρώτη φορά, έκλαιγα με λυγμούς στο τέλος. Για την ακρίβεια, ήταν ένα από τα πιο συγκινητικά πράγματα που είχαν περάσει μέχρι τότε απ' τα παιδικά χέρια μου.

 Στο τέλος του κόμικ, οι Μικυ και Γκούφυ συνειδητοποιούν πως δεν θα μπορέσουν ποτέ να ξαναγυρίσουν στην Ουλουλάνδη - πως η πύλη που τους επέτρεψε να περάσουν από τον κόσμο μας στην παράλληλη εκείνη διάσταση θα κλείσει μια για πάντα. Και αποχαιρετούν λοιπόν τους φίλους τους σ ένα πάνελ το οποίο ακόμα όταν το διαβάζω μου σκάνε ζουμιά και το οποίο θυμίζει κατά κάποιον τρόπο την συγκινητική σκηνή στο τέλος του Return of the Jedi με τα φαντάσματα των νεκρών (αλλά όχι χαμένων) Jedi.

 Η αλήθεια είναι πως δυσκολεύομαι να είμαι αντικειμενικός με μερικά πράγματα. Ίσως υπερβάλλω. Ίσως έχει σημασία το ότι περίπου εκείνη την περίοδο της ζωής μου που το διάβασα, ένιωσα και για πρώτη φορά τον πόνο του (όχι μόνιμου, αλλά μεγάλου) αποχωρισμού. Ήμασταν οικογενειακώς στην Φολέγανδρο για καλοκαιρινές διακοπές και ήταν εκεί και μια παλιά συμφοιτήτρια της μητέρας μου από την Θεσσαλονίκη, η οποία είχε δυο γιους, με τον ένα εκ των οποίων έκανα τρομερή παρέα. Ακόμα βρίσκω τις συγκεκριμένες διακοπές ως μια από τις καλύτερες παιδικές αναμνήσεις μου.

 Όλα τα όμορφα πράγματα πρέπει κάποια στιγμή να τελειώσουν όμως, και οι οικογενειακοί φίλοι έπρεπε να φύγουν, γύρω στις 4-5 μέρες πριν φύγουμε κι εμείς από το νησί για Αθήνα. Και θυμάμαι σαν χθες πως είχα πάει στο λιμάνι να τον αποχαιρετήσω μ' ενα σφίξιμο στο στήθος και, βλέποντας το πλοίο να απομακρύνεται, άρχισα να κλαίω. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα αυτό τον πόνο για κάποιον άλλο άνθρωπο· κάτι τέτοιο είχα νιώσει μέχρι τότε μόνο μέσα από ταινίες (λ.χ. ο αποχωρισμός του Μάρτυ με τον Ντοκ στο Επιστροφή στο Μέλλον 3).

 Το ίδιο σχεδόν συναίσθημα, τον ίδιο πόνο αν θέλετε, μου έβγαζε το τέλος αυτού του κόμικ. Το είχα διαβάσει αμέτρητες φορές. Θυμάμαι ακόμα και το περίπτερο -μινι μάρκετ στο οποίο το ειχα αγοράσει - στην γωνία Δροσοπούλου και Κεφαληνίας στην Κυψέλη. Φυσικά δεν υπάρχει πια, νομιζω βρίσκεται κάποιο άκυρο κατάστημα στη θέση του τώρα. Θυμάμαι ότι σε συγκεκριμένες σελίδες είχε αποκτήσει συγκεκριμένα τσακίσματα και μικροσκισίματα. Θυμάμαι οτι το 'χρυσό' του εξώφυλλο είχε αρχίσει να ξεβάφει στα δάχτυλά μου. Θυμάμαι όταν ήμουν σκατά - και ήμουν συχνά - το είχα στο μυαλό μου με τον ίδιο τρόπο που έχει κανείς έναν πολύ καλό του φίλο. Τι κι αν δεν μιλούσε. Έτσι κι αλλιώς, φίλος σου είναι αυτός με τον οποίο μπορείς να περνάς χρόνο χωρίς να χρειάζεται να πεις τίποτα. Και η καλή, διαχρονική ποπ κουλτούρα μπορεί να γίνει ένας πραγματικός κολλητός (shoutout στον αυτοκόλλητο μου Star Trek II: The Wrath of Khan!).

Κάποια στιγμή, μετά από μερικά χρόνια συνεχούς ανάγνωσης, η κόπια μου του κόμικ είχε περιέλθει σε μια πραγματικά άθλια κατάσταση. Έπρεπε να βρω άμεσα ένα καινούριο αντίτυπο, αλλά δεν υπήρχε κάτι τέτοιο πουθενά. Σε κάθε περίπτερο ή πρακτορείο τύπου που ρωτούσα (και, πιστέψτε με, ήταν πολλά!) δεν το θυμόταν κανένας. Μου έκανε τρομερή εντύπωση: πως γίνεται να μην έχει χάσει το μυαλό του ο κόσμος με αυτό το κόμικ-αριστούργημα; 

 Το quest αυτό για μια νέα κόπια της Τριλογίας του Σπαθιού των Πάγων συνεχίστηκε για μεγάλο διάστημα, μέχρι που, ένα ζεστό μεσημέρι Αυγούστου, στην Κεφαλλονιά (από την οποία έχω κάτι σαν καταγωγή), σε ένα πρακτορείο τύπου στο λιμάνι της Σάμης και πιο συγκεκριμένα μέσα σε μια στοίβα περιοδικών σε ένα δωματιάκι σαν αποθήκη όπου φυλούσανε τις επιστροφές, πολλές από τις οποίες ήταν 3ετιας-4ετιας και βάλε, κατάφερα να βρω το άγιο δισκοπότηρό μου: μια (και μοναδική) κόπια σε σχεδόν άψογη κατάσταση. Ξαφνικά εκείνος ο μάλλον αδιάφορος Αύγουστος (όταν είσαι μαθητής ο Αύγουστος σηματοδοτεί και το τέλος του καλοκαιριού, οπότε είναι εξ ορισμού μελαγχολικός), είχε αποκτήσει μια άλλη τροπή.

 Στο σημείο αυτό είναι λογικό να αναρωτηθεί κανείς, 'τόση ταλαιπωρία για ένα γαμημένο Μικυ Μάους;'. 

Τι θλιβερό ερώτημα.

 Θα σας πω κάτι το οποίο εχω καταλάβει στα 31 χρόνια μου που κάνω ατέρμονες σβούρες (κάνουμε δηλαδή) γύρω απ τον Ήλιο πάνω σ αυτό τον βραχο, τον 3ο κατα σειρά: ο κόσμος ειναι τεράστιος και γεμάτος πράγματα και ανθρώπους και φωνές και ήχους και μουσικές και εικόνες και χρώματα και μυρωδιές και τρομακτική ομορφιά και ασύλληπτη ασχήμια και θανάτους και αποχωρισμούς και γέλια και κλάματα και φουλ φόβο, είναι απίστευτα τρομακτικός βασικά ενίοτε, και ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορείς να τον αντιμετωπίσεις για να την παλέψεις ειναι να βρίσκεις πράγματα τα οποία να σ ενθουσιάζουν και να φτιάχνεις νησιά, αν θέλετε, γύρω τους. Δηλαδή φουλ ενθουσιασμός, μονομανία, σπασικλίαση, όπως και να το πεις, το στηρίζουμε.

 Γιατί μ' αυτόν τον τρόπο κάπως ο κόσμος μοιάζει να συρρικνώνεται σε κλίμακα, να αποκτά ενα πιο παλέψιμο μέγεθος. Τα έλεγε κι η Σουζαν Ορλήν στo The Orchid Thief. Και δεν μπορώ να υπογραμμίσω αρκετά το πόσο σημαντικό είναι αυτό το λάιφ τιπ. Οπότε ναι: Η Τριλογία του Σπαθιού των Πάγων (κι ευτυχώς πολλά ακόμα). Keeping us sane since the early 80s.


Tuesday, January 20, 2015

Holy of Holies



Μια φίλη πριν από λίγο μου είπε πως την δέχτηκαν σε μια δουλειά στο εξωτερικό, είδηση την οποία περίμενε πως και πως. Για μια γαμημένη φορά, κάποιος κάπου, μαθαίνει κατι ευχάριστο μετά τις 12 το βράδυ - συνήθως οι μεταμεσονύχτιες εκπλήξεις είναι αρκετά δυσάρεστες, τουλάχιστον βάσει της δικής μου εμπειρίας.

Σκεφτόμουν νωρίτερα, τρώγοντας ένα μπέργκερ έξω με φίλους, έξοδο την οποία πρόσμενα όπως περίμενα μικρός τα γενέθλιά μου, πως όσο μεγαλώνω, είναι τα πολύ μικρά πράγματα μου δίνουν κάτι που μοιάζει αρκετά με χαρά. Π.χ. ένα καλοφτιαγμένο μπέργκερ. Ή το να βρεις να παρκάρεις στην αγαπημένη σου θέση δίπλα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ή το να πας για δουλειά και ο πελάτης να θέλει format και να έχει φροντίσει να τραβήξει ήδη ένα backup των αρχείων του. Ή το να σκάει το ντελίβερυ αφού έχει κατέβει το γαμημένο επεισόδιο. Ή το να βρίσκεις χαρτάκια στην τσέπη του ξεχασμένου μπουφάν στις 3 το πρωί. Τέτοια πράγματα.

Γιατί γενικώς, ας μη γελιόμαστε, παραφράζοντας αυτό που έλεγε ο Morrissey, 'there's more to life than music, movies, series and books, but not much more'. Δηλαδή αυτή είναι η φάση. Αυτό είναι η ζωή. Δεν έχει κάτι άλλο, γενικώς, κάτι παραπάνω, κάτι πιο μεγάλο, πιο γκράντε. Και εξηγούμαι:

Όλα αυτά τα παιδικά όνειρα; Ότι θα γίνεις αστροναύτης; Ή ηθοποιός; Ή αστροφυσικός; Ότι θα μάθεις Ρώσσικα; Ότι θα ξαναπιάσεις το βιολί; Μεταξύ μας, χλωμό. Φτάνει κάποια μέρα η στιγμή που πρέπει να συμφιλιωθείς με το γεγονός ότι δεν πρόκειται ποτέ να δεις τον ήλιο να ανατέλλει από τροχιά, ή το σενάριο επιστημονικής φαντασίας που είχες γράψει στα 15 σου να παίζεται στην μεγάλη οθόνη.

Από τη μια, η συνειδητοποίηση αυτή ενέχει κάτι μάλλον θλιβερό. Καταλαβαίνεις, έχοντας φτάσει στα 30, πως τα υπόλοιπα 40-50 (αν είσαι τυχερός) χρόνια που σου απομένουν, θα κυλήσουν με τον ίδιο, πάνω κάτω, τρόπο. Θα πηγαίνεις στη δουλειά, θα γυρίζεις σπίτι, θα προσμένεις την τζανκιά που θα αποτελεί και το χάιλάιτ της ημέρας, θα πίνεις τον πρωινό καφέ με το τσιγάρο σου καθώς περιμένεις να ζεστάνει νερό ο θερμοσίφωνας, θα βλέπεις τις σειρές σου, ίσως και καμια ταινία, θα βγαίνεις με πάνω κάτω τα ίδια άτομα και θα λέτε περιοδικά τα ίδια αστεία, θα πηγαίνεις στο ταχυδρομείο να παραλάβεις κανα δίσκο, θα κατεβαίνεις σε καμιά πορεία, θα σκας σε κάνα λάιβ, ίσως ερωτευτείς, ίσως όχι, θα πληγωθείς και θα πληγώσεις, ίσως παντρευτείς και κάνεις οικογένεια, ψιλοπροβλέψιμη φάση πάντως, δηλαδή μπορεί πάντα να σου τύχει κάτι κακό, κάτι πολύ κακό, όμως το πιο πιθανό είναι πως θα πεθάνεις εκεί γύρω στα 80 έχοντας ζήσει κι εσύ μια ζωή ήρεμης απόγνωσης που έλεγε κι ο Thoreau.

Απ' την άλλη, το να σου σκάει αυτό το πράγμα σαν αμώνι στο κεφάλι, έχει και κάτι ανακουφιστικό. Μπορείς απλά ν ακουμπήσεις τα πόδια στο γραφείο ας πούμε, να βάλεις σ' ενα ποτήρι λίγο σάπιο κρασί της παρέας (sic), ν' ανάψεις τσιγάρο και να πεις, 'οκ, this is pretty much it, θα μπορούσε να είναι και χειρότερη η φάση' (και θα μπορούσε πραγματικά να είναι, γάμησε τα). 

Όλα καλά λοιπόν.


looking at the girls with boys' hands
and the boys with girls' hips
I never wanted to go home
preoccupation of my heart my eyes
my knuckles and my lips
I only want to go home now
work out my fingers and my wrists