Sunday, July 2, 2017

endless summer



Έχει πλάκα που κάπως έχει γίνει popular (ή εκ των ουκ ανευ, αν θέλετε) με κάποιο τρόπο να κράζουν όλοι το καλοκαίρι στο ίντερνετς. Ακόμα και ενώ παράλληλα ποστάρουν φωτογραφίες από κάποια παραλία, ταβέρνα, καλαμαράκια, τζατζίκι κλπ. Η αλήθεια είναι πως το καλοκαίρι δεν έχει κάποια σημαντική διαφορά από τις άλλες εποχές - είναι το ίδιο δύσκολη, κι αν είσαι αρκετά άτυχος ώστε να νιώθεις άνετα σε ένα πολύ περιορισμένο φάσμα θερμοκρασιών, τότε είναι, όπως και οι τελευταίοι χειμώνες, αρκετά ζόρικο.

Αυτή τη στιγμή, π.χ. είμαι συνδεδεμένος με Teamviewer σε υπολογιστή πελάτη, ο οποίος τελευταία στιγμή θυμήθηκε πως δεν έχει τα απαραίτητα προγράμματα για την δουλειά του στο λαπτοπ του, και φεύγει αύριο εκτός Αθηνών. Βλέπω λοιπόν την μπάρα εγκατάστασης του Autocad να γεμίζει βασανιστικά αργά ενώ σταγόνες ιδρώτα κυλάνε σε μέρη του σώματός μου που δεν ήξερα καν οτι υπάρχουν. Αλλά επειδή αυτό δεν είναι και η πιο ευχάριστη νοητική εικόνα, ας μιλήσουμε λίγο για το καλοκαίρι.

Το βασικό θέμα μου με το καλοκαίρι δεν είναι ούτε ο καύσωνας, ούτε οι ψυχαναγκαστικές διακοπές, ούτε ακόμα θλιβερά hashtags τύπου #summerloading, #ineedsea κλπ. Είναι κάτι το οποίο έχει εντυπωθεί μέσα μου από πολύ μικρή ηλικία και νομίζω έχει με κάποιον τρόπο μείνει μαζί μου από τότε (surprise!).

Παλιά, όταν μέναμε στην Κυψέλη, υπήρχε ένας πίνακας στον τοίχο στο καθιστικό, κρεμασμένος ακριβώς πάνω απ' τον καναπέ. Δεν θυμάμαι ούτε ποιος ήταν ο καλλιτέχνης, ούτε που βρίσκεται ο πίνακας αυτός τώρα. Αλλά τον θυμάμαι με τόση έντονη λεπτομέρεια, που θα μπορούσα να τον ζωγραφίσω επιτόπου. Απεικόνιζε ένα ανοιχτό παράθυρο διαμερίσματος, έξω απ' το οποίο φαινόταν μια πόλη, μεσημέρι καλοκαιριού. Όταν τον είχα πρωτοδεί, σκέφτηκα ότι κάποιος είχε ζωγραφίσει την θέα απ' το διαμέρισμά μας στην Σπετσών: κτήρια παντού, κεραίες, θερμοσίφωνες, σκιές πουθενά (άρα φουλ ντάλα ήλιος μεσημέρι) και αυτή η διάχυτη αίσθηση αδράνειας που συνοδεύει τις ώρες αυτές. Ένας πραγματικά αποπνικτικός συνδυασμός.

Για να μην παρεξηγηθώ, δεν έχω πρόβλημα με την αδράνεια - τουλάχιστον όταν αυτή είναι δική μου επιλογή. Αλλά απο μικρός, οι ώρες αυτές του μεσημεριού αποτελούσαν ένα είδος 'απαγόρευσης κυκλοφορίας'. Στο σπίτι, όλοι θα κοιμόντουσαν, και πολλές φορές θα περιμέναν κι απο μένα να κοιμάμαι ("γιατί είναι σημαντικός ο μεσημεριανός ύπνος"). Στις διακοπές, το ίδιο - με περισσότερο ψυχαναγκασμό, μιας και "αν δεν κοιμηθείς το μεσημέρι πως θα αντέξεις το βράδυ". Και στην κατασκήνωση, την οποία έφαγα στη μούρη για αρκετά χρόνια μικρός, οι πιο απάλευτες ώρες ήταν αυτές της μεσημεριανής ξεκούρασης. Ο ήλιος να πέφτει κάθετα, αμείλικτος, ησυχία παντού, τζιτζίκια, να μην κουνιέται ούτε φύλλο και η σκέψη ότι 'χμ κάπως έτσι θα είναι να είσαι ο τελευταίος άνθρωπος στη γη'.

Μεγαλώνοντας, συνειδητοποίησα ότι ένας απ' τους λόγους που τα μεσημέρια του καλοκαιριού (αλλά και γενικότερα οι 'νεκροί' μήνες των διακοπών) μου προξενούσαν απελπισία, ήταν ότι μοιάζουν κάπως με λευκές σελίδες: το σχολείο σταματάει, η σχολή κλείνει, η δουλειά διακόπτεται, και ξαφνικά βρίσκεσαι με απίστευτα πολύ ελεύθερο χρόνο, τον οποίο μπορείς να κάνεις ότι θες, χωρίς περιορισμούς απο προγράμματα, ρουτίνες κλπ. Είναι ουσιαστικά η εποχή εκείνη του χρόνου που μπορείς να την φτιάξεις εσύ όπως θες. Και αυτό με τρομάζει απίστευτα. Με τρομάζει και με αγχώνει όταν με ρωτάνε τι θα κάνω και που θα πάω το καλοκαίρι, όταν ακούω σχέδια για διακοπές που μοιάζουν με ταινία Indiana Jones, με εκνευρίζει το στενάχωρο ύφος στο πρόσωπο του άλλου όταν απαντάω 'δεν ξέρω, λογικά Αθήνα, δεν είμαι πολύ των διακοπών'. Και με τρομάζει επειδή νιώθω ότι μου λείπει κάτι το οποίο έχουν όλοι γύρω μου, ακόμα και οι πιο κοντινοί άνθρωποι, κάτι το οποίο εγω μπορώ μονάχα να υποδύομαι ότι έχω (μιας και εχω πάει αρκετά καλοκαίρια διακοπές, πάντα ακολουθώντας όμως) - κάτι που βγαίνει στους άλλους φυσικά, όχι ψυχαναγκαστικά. Και το οποίο εν τέλει τους επιτρέπει να αντιμετωπίζουν αυτές τις κενές σελίδες κάθε καλοκαιριού με ενθουσιασμό και προσμονή, χωρίς άγχος ή την αίσθηση ότι κάνουν όλα αυτά επειδή το ορίζει κάποια κοινωνική σύμβαση.

Ίσως το πρόβλημα εντοπίζεται στην 'απογύμνωση' της καθημερινότητας που προσφέρει το καλοκαίρι. Χωρίς πρόγραμμα, δουλειά, ρουτίνα και με άπειρους βαθμούς ελευθερίας, ακόμα και η πιο περίτεχνα σκηνοθετημένη απομίμηση 'φυσιολογικής' ζωής καταρρέει. 'Φυσιολογικής'... Πως να το πω.. Ζωής που πηγάζει φυσικά από μέσα σου, χωρίς άγχος και φόβο για το παραμικρό, χωρίς βασικά την αίσθηση ότι υπάρχεις προσπαθώντας 24/7 να βρεις αυτό το elusive στοιχείο που βγαίνει κάπως φυσικά στους ανθρώπους γύρω σου. Είναι κάπως σαν να προσπαθείς να διασχίσεις μια λίμνη κολυμπώντας ενώ νιώθεις το σώμα σου κουρασμένο και να σταματάς για να πάρεις μια ανάσα και να βλέπεις άλλους να περπατάνε, βασικά να γλυστράνε σχεδόν, λίγο πάνω απ' την επιφάνεια του νερού. Και αυτές τις γαμημένες μεσημεριανές ώρες, είναι που σκάει πιο έντονα από ποτέ αυτό το συναίσθημα αποξένωσης - η συνειδητοποιηση πως, ότι και να κάνεις, ποτέ δεν θα μπορέσεις να γίνεις κομμάτι αυτού του κόσμου, όχι πραγματικά τουλάχιστον. Πως τελικά ήταν, είναι και θα είναι πάντα μεσημέρι καλοκαιριού.

Ωπ. Τέλειωσε η εγκατάσταση του Autocad...



Monday, May 1, 2017

o let it be




Κάθε φορά που πατάω 'publish' σ' ένα ποστ εδω πέρα, νιώθω ένα περίεργο αίσθημα ανακούφισης. Είναι σαν να φεύγει, για λίγο τουλάχιστον, ένα βάρος από πάνω μου. Είχα ξεχάσει πως είναι αυτό.. Το μπλογκ είχε κυριολεκτικά αραχνιάσει, κι όταν μου έσκαγε πως ήθελα να γράψω κάτι, ένα ποστ, το ανέβαλα συνειδητά, όπως κάνω σχεδόν με τα πάντα.

Η αναβολή πραγμάτων είναι ίσως το αγαπημένο μου άθλημα. Το οποίο είναι περίεργο, μιας και το άγχος είναι κολλητός 24/7, κάποιες φορές είναι πραγματικά ανυπόφορο, και η αναβολή σίγουρα το τροφοδοτεί, καύσιμο 100 οκτανίων φάση, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είναι στο DNA μου. Όλα θα γίνονται τελευταία στιγμή, αν γίνονται καν in the first place.

Σίγουρα αυτός ο τρόπος σκέψης είναι αλληλένδετος τόσο με την αίσθηση μη-ελέγχου που περιγράφω σε προηγούμενα ποστ όσο και με την αίσθηση αποξένωσης από τον κόσμο. Το ότι αναβάλω συνεχώς πράγματα δεν σημαίνει πως αράζω βέβαια - έτσι κι αλλιώς, η προσπάθεια με νύχια και δόντια απλά για να μπορώ να υπάρχω, η σκέψη και πίεση και άγχος και φόβος που συνοδεύουν ακόμα και το πιο απλό καθημερινό πρακτικό πρόβλημα είναι σχεδόν απτά και απίστευτα χρονοβόρα και κουραστικά. Είναι σαν την χειρότερη δουλειά στον κόσμο, μερικές φορές είναι πραγματικά σαν κάτεργο.

Ένας άνθρωπος πολύ σημαντικός για μένα, σε μια από αυτές τις στιγμές έντασης και θυμού, που άθελά σου μπορεί να σου ξεφύγει μια πολύ σκληρή και στενάχωρη αλήθεια αλλά αλήθεια nonetheless, μου είπε πως κινούμαι στον κόσμο, στη ζωή βασικά, κάπως σαν φάντασμα, σαν σκιά. Σαν να μην υπάρχω πραγματικά. Σαν να μην έχω φιλοδοξίες ούτε μακρυπρόθεσμους στόχους, σχεδόν σαν να μην έχω όνειρα, σαν να μην θέλω να φτιάξω ούτε εμένα ούτε την ζωή μου. Και πως αυτό, αναπόφευκτα, διαχέεται και στους γύρω μου, σαν ραδιενέργεια. Και, σε μεγάλο βαθμό, ο άνθρωπος αυτός έχει δίκιο. Πολύ λίγοι άνθρωποι μπορούν να σου βγάλουν έναν καθρέφτη μπροστά σου και να σε κάνουν να δεις πράγματα που επιμελώς είτε σπρώχνεις κάτω απ' το χαλί, ή ελπίζεις ότι δεν θα φανούν προς τα έξω. Όσο στενάχωρη και να ήταν λοιπόν αυτή η αλήθεια, είμαι ευγνώμον γι' αυτήν.

Απ' όσο μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου, ο στόχος μου είναι να βγάλω ακόμα μια ημέρα, κι ακόμα μια, κι ακόμα μια.. Getting by φάση. Just getting by. Έχω συνηθίσει, έχω μάθει βασικά, να αναζητώ τις πιο βραχυπρόθεσμες και απλές απολαύσεις - ένα ωραίο, ανθυγιεινό γεύμα, μια ταινία επιστημονικής φαντασίας, ένα κόμικ, ένα άλμπουμ, μια ακόμα φιγούρα στη συλλογή μου. Ακόμα και οι σχέσεις μου με τους ανθρώπους χτίζονταν σ' αυτή τη βάση - γρήγορες, άμεσες σχεδόν απολαβές, είτε σε φιλικό είτε σε ερωτικό επίπεδο. Είχα την ανάγκη συντροφικότητας; Θα έκανα μια σχέση, προδιαγεγραμμένη να αυτοκαταστραφεί μετά από ένα ορισμένο - βολικό - διάστημα. Ήθελα παρέα; Θα έβρισκα ανθρώπους να μπορέσω να μοιραστώ κάποια έστω απ' τα βάρη που ένιωθα, και μετά θα τρύπωνα πάλι στο κουκούλι μου. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που δυσκολεύομαι πάρα πολύ να πω 'όχι', όταν μου ζητήσει κάτι κάποιος, που θα προσφερθώ για κάτι πριν καν χρειαστεί να το ζητήσει - είναι κάτι σαν ένας τρόπος να ξεπληρώσω το χρέος μου προς τον κόσμο, για το ότι, αν και δεν αποτελώ κομμάτι του, τον απομυζώ κάπως, σαν βαμπίρ που κάθε βράδυ πρέπει να ρουφήξει λίγο αίμα για να συνεχίσει να υπάρχει. Υπάρχει τίποτα πιο εγωιστικό απ' αυτό;

Δεν έχω πραγματικά ιδέα πως να υπάρχω, πως να ζω, όπως κάνουν οι άνθρωποι. Μπορώ να το μιμηθώ μονάχα, να κάνω μια καλή αναπαράσταση, αλλά πραγματικά δεν ξέρω τίποτα. Ξέρω μόνο πως να επιβιώνω, μέρα με τη μέρα, αναβάλλοντας την ζωή γι' αργότερα, πάντα αργότερα. Κάποια βράδια, κοιτώντας το ταβάνι, σκέφτομαι πως είμαι σαν μαύρη τρύπα - καταναλώνω, καταναλώνω, αέρα, τροφή, νερό, αγάπη... Κι ενω νιώθω ότι θέλω όλα αυτά να τα δώσω πίσω, φοβάμαι κι αυτό ακόμα, φοβάμαι όπως το βαμπίρ που ίσως χρειαστεί, μια φορά, να μείνει έξω μέχρι την ανατολή του ηλίου, και ίσως καεί, ίσως γίνει στάχτη, σαν τα βαμπίρ του Buffy. 

Για την ακρίβεια, φοβόμουν. Παρελθοντικός χρόνος. Γιατί όσο τρομακτική και να είναι η ζωή, εννοώ η πραγματική ζωή, η συνήθεια που αποκαλώ ζωή είναι, σε βάθος χρόνου, ακόμα πιο ζοφερή, με κάπως προδιαγεγραμμένα άσχημη κατάληξη. Οπότε, πήρα μια απόφαση - αυτή τη φορά, θα προσπαθήσω να τα κάνω όλα διαφορετικά. Αυτή τη φορά, όχι άλλη. Όχι άλλη αναβολή. Όλα. Γιατί συνειδητοποιώ πως είναι εύκολο εν τέλει να συνηθίσει κανείς τα πάντα, ακόμα και να τα κάνει όλα λάθος, ακόμα και να πληγώνει τον ίδιο του τον εαυτό, μαζί με τους άλλους. Είναι πολύ πιθανό ότι στο εγχείρημα αυτό θα φάω τα μούτρα μου - αλλά κι αυτό ακόμα το ενδεχόμενο, το ενδεχόμενο του πόνου, είναι κάτι νέο, διαφορετικό, σχεδόν συναρπαστικό. Σαν τις κραυγές μίσους που προσμένει στον Ξένο ο Μερσώ την ημέρα της εκτέλεσής του, για να νιώσει λιγότερο μόνος, για να νιώσει λιγότερο ξένο τον κόσμο. Μπορεί ποτέ να μην μάθω πως να ζω, ή να είμαι καλά, αλλά τουλάχιστον ξέρω ότι θέλω. Μπορεί ποτέ να μην καταφέρω να αγαπήσω τον εαυτό μου όπως θα έπρεπε, όπως λένε και στα σελφ χελπ βιβλία - και ίσως έχουν δίκιο - αλλά ξέρω ότι έχω τεράστια αποθέματα αγάπης μέσα μου, πιο πολλά απ' ότι χρειάζεται ένας άνθρωπος μόνος του, ξέρω ότι έχω την ικανότητα να νιώσω και όμορφα, εκτός από άσχημα, και να κάνω και τους άλλους να νιώσουν έτσι, ξέρω ότι έχω ζεστό αίμα στις φλέβες μου και όνειρα, όνειρα που δεν περιλαμβάνουν μόνο εμένα, τα ξέρω όλα αυτά, καθώς νιώθω το δέρμα μου να καίγεται απ' τον ήλιο που ανατέλλει.

Μερικές φορές σκέφτομαι κάτι που μου χε πει η φίλη Μάρθα, πριν καιρό. Πως κάποιοι άνθρωποι, που δεν έχουν βρει τον τρόπο να αγαπήσουν τον εαυτό τους, έχουν αγάπη που ξεχειλίζει σχεδόν από μέσα τους, και το μόνο που θέλουν είναι να την δώσουν σε κάποιον όμοιό τους, σ' έναν άλλο επίσης ξένο, με την ελπίδα κι ο άλλος να δώσει λίγη πίσω και να μπορέσει έτσι να επιτευχθεί μια ισορροπία, ένας τρόπος να ζουν κι όχι απλά να υπάρχουν.  

Όλοι εσείς που διαβάζετε αυτό το κείμενο, που ίσως κάποτε πίστευα ότι με έχετε πληγώσει επειδή δεν μου δίνατε αίμα κάθε βράδυ, που την προσπάθειά σας να με τραβήξετε στο φως του ήλιου την εκλάμβανα ως μια ακόμη εχθρική πράξη του κόσμου προς εμένα, που σας άφησα να πλησιάσετε όσο χρειαζόταν για να δαγκώσω λίγο τον λαιμό σας και να συνεχίζω να υπάρχω, και που η φυγή σας ένιωθα πως ήταν απόλυτα εγωιστική καθώς κατάπινα το αίμα σας, θεωρώντας πάντα τον εαυτό μου θύμα και ποτέ θύτη, απ' όλους εσάς, σας ζητώ την πιο ειλικρινή συγνώμη.

Ο ήλιος είναι εκτυφλωτικός, με καίει και κάνει τα πάντα να λάμπουν, σχεδόν με τυφλώνει, μπορεί να με κάνει στάχτη - και αυτό είναι οκ.

Έχει ωραία μέρα σήμερα. Ίσως πάω στη θάλασσα.

Θα πάω στη θάλασσα.


"Oh, my soul. Let me be in you now. 
Look out through my eyes. 
Look out at the things you made. 
All things shining."

-Pvt. Edward P. Train, The Thin Red Line






Saturday, April 29, 2017

death of a party




Μισώ τα πάρτυ. Τα σιχαίνομαι, συχνά ακόμα και καλών φίλων. Όμως τώρα που έχω (;) την προσοχή σας, θ' αρχίσω από αλλού..


Μέσα στις διακοπές, αναπόφευκτα, έπρεπε να διακόψω τις συνεδρίες με τον γιατρό μου. Είναι τρομερό το πως δημιουργείς μέσα στο κεφάλι σου μια σχέση με εναν ανθρωπο, ο οποίος σε βοηθάει σχεδόν πρακτικά, τύπου να την βγάζεις πέρα, όχι αστεία, και το πόσο εύκολο είναι στη σχέση αυτή τα σαφή, προκαθορισμένα όρια μεταξύ ασθενή και ψυχιάτρου να θολώσουν, απ' την πλευρά του ασθενή πάντα.

Ήταν κι αυτό ένα απαίσιο Πάσχα, όπως είναι συνήθως οι γιορτές αυτές. Δεν αναφέρομαι στα έθιμα κι όλα αυτά, αν και έχουν κάτι εγγενώς αντιαισθητικό.. Είναι αυτή η αίσθηση σαν μίνι ενόχληση στο στομάχι, κάτι σαν ίλιγγος, που σε πιάνει όταν σκέφτεσαι μια δυσάρεστη ανάμνηση - αυτή την αίσθηση μου βγάζει το Πάσχα. Καθόλου περίεργο, μιας κι από τις διακοπές του Πάσχα, τις ενήλικες τουλάχιστον, έχω κυρίως άσχημες αναμνήσεις. Αλλά πριν μιλήσω γι' αυτές, πρέπει να μιλήσω για την 'υπερδύναμή' μου.

Αν έχω κάποιο χάρισμα, αυτό είναι το ότι θυμάμαι σχεδόν τα πάντα. Είναι λες και το μυαλό μου δεν μπορεί να ξεχωρίσει ποια πληροφορία ή εμπειρία είναι σημαντική και ποια όχι, οπότε τις καταγράφει όλες με την ίδια ευκρίνεια. Πολλές φορές, αυτή η ιδιαιτερότητα λειτουργεί βοηθητικά, κυρίως σε πρακτικό επίπεδο - απομνημόνευση τηλεφώνων, διευθύνσεων, θέση κλειδιών, του αναπτήρα, του ασύρματου τηλεφώνου κ.ο.κ.

Κάθε εμπειρία καταγράφεται μαζί με όλο το φάσμα των αισθήσεων και συναισθημάτων που την συνοδεύουν; η θερμοκρασία, ο ανεπαίσθητος αέρας που μερικές φορές δεν είναι ούτε κρύος ούτε ζεστός, η αίσθηση του υφάσματος του πλυμένου με υπερβολικά πολύ μαλακτικό τισερτ στο στήθος, η άβολη γωνία της ζώνης που έβαλες βιαστικά με το ένα χέρι αφού ήδη είχες ξεπαρκάρει σαν τρελός επειδή ο τύπος που περιμένει να παρκάρει κορνάρει, το σκουπιδάκι στο παπούτσι σου το οποίο, λες κι έχει νοημοσύνη, έχει εντοπίσει και μετακινηθεί στο κατάλληλο σημείο ανάμεσα στον πάτο και την κάλτσα για μάξιμουμ ενόχληση, το βάρος του γεμάτο κέρματα πορτοφολιού στην τσέπη του μπουφάν που κάθε φορά που το ανοίγεις σκέφτεσαι 'πρέπει να πάρω ενα καινούριο επιτέλους' - αλλά δεν το κάνεις ποτέ, ο ιδρώτας στο μέτωπο, η γεύση πίσσας στο πάνω χείλος από τα πολλά τσιγάρα, η μυρωδιά του αποσμητικού, η εκκωφαντική ησυχία που ακολουθεί άβολες συζητήσεις, η ανατριχίλα μαζί με ζεστασιά κάπως που μπορεί να φέρει ένα απλό άγγιγμα, οταν κοιτάς κάποιον στα μάτια και σε κοιτάζει κι αυτός και περνάνε τα δευτερόλεπτα και είναι υπέροχο και για λίγο ξεχνάς πως μπορείς να τα ανοιγοκλείσεις, δεν χρειάζεται βασικά, η οικειότητα μιας ατάκας που μπορεί να είναι χαζή αουτ οφ κόντεξτ αλλά είναι ένα πράγμα δικό σου, δικό σας βασικά, κι έχει απίστευτη σημασία εκείνη την στιγμή που την ακούς, σχεδόν κρέμεται η ζωή σου από αυτό τον απλό συνδυασμό φθόγγων, ο κάπως μεταλλικός ήχος που κάνει η πόρτα του αυτοκινήτου όταν κλείνει και το 'κλακ κλακ κλακ' των αλάρμ που ξαφνικά είναι το μόνο πράγμα που φτάνει στ' αυτιά σου, η απίστευτη γεύση ενός φιλιού μαζί με το κοκτέιλ σάλιου, τσιγάρου και αλκοόλ, ένα απλό χαμόγελο που θα θελες να μπορούσες να ανοίγεις μπροστά σου σαν τα μάτια σου να ήταν οθόνη πισι και να το βάζεις φουλσκρην σκρηνσεηβερ σε άσχημες φάσεις, η θαλπωρή που νιώθεις όταν τα σώματά σας γίνονται ένα, η λυσσα σχεδόν ενός δαγκώματος στον αυχένα, τέλος πάντων, όλα αυτά, τα πάντα μαζί: όραση, αφή, ακοή, γεύση, αφή, ενθουσιασμός, ενοχή, πόθος, καύλα, σκουπιδίλα, πόνος, αγάπη, έρωτας, αδικία, στενοχώρια.. Η λίστα είναι πέραν του εύρους αυτού του κειμένου.

Κάθε λεπτό που περνάει, έχω ανλιμιτεντ πρόσβαση σε μια τεράστια βιβλιοθήκη αναμνήσεων - από τις πιο ασήμαντες μέχρι τις πιο σημαντικές, όλες στο ίδιο ράφι. Κάθε στιγμή, σχεδόν σαν αυτά τα σπαστικά ποπαπς-διαφημίσεις σε τορρεντάδικα, οποιαδήποτε μπορεί να ξεπηδήσει και να αρχίζει να παίζει, με απόλυτη, σχεδόν κρυστάλλινη λεπτομέρεια. Ίσως γι' αυτό το λόγο μερικές φορές φαίνομαι σαν ο πιο αφηρημένος άνθρωπος στον πλανήτη. Νομίζω ότι έχω περάσει τον περισσότερο χρόνο μου απλά παίζοντας στο κεφάλι μου αναμνήσεις, ψάχνοντας λεπτομέρειες, ζω γι' αυτές βασικά, λεπτομέρειες σε αισθήσεις και συναισθήματα που μπορεί να μην είχα παρατηρήσει καθώς αυτές διαδραματίζονταν ιν ρηαλ ταιμ, σκαλίζοντας το πως κάθε συγκεκριμένη δράση είχε μια αντίδραση και το πως, αν υπήρχε μια χρονομηχανή, ή ένας τρόπος να περνάει κανείς από το ένα παράλληλο σύμπαν στο άλλο, θα μπορούσαν κάποια πράγματα, ασήμαντα εκείνη την στιγμή, να οδηγήσουν σε διαφορετικές αναμνήσεις. Ενδεχομενικότητα φάση. Διότι η στενάχωρη αλήθεια είναι πως οι αναμνήσεις που αρχίζει να παίζει χωρίς προειδοποίηση το μυαλό μου στο ντιβιντι της βιβλιοθήκης, είναι κυρίως άσχημες. Λένε πως ο χρόνος κάπως τα αμβλύνει όλα, όμορφα και άσχημα μαζί, αλλά η εμπειρία μου είναι διαφορετική: κάθε 'πλεημπακ' μιας ανάμνησης ειναι σχεδόν μη διακρίσιμη στο κεφάλι μου από την πραγματικότητα.  Ενίοτε μου έρχεται στο μυαλό εκείνη η κλασσική ερώτηση σε κάτι τεστ προσωπικότητας, του τύπου 'αν μπορούσες να αλλάξεις ένα πράγμα στο παρελθόν, θα το έκανες;'. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα άλλαζα τα πάντα, τα πάντα πραγματικά. Θα τα έκανα διαφορετικά, καλύτερα, θα μετέτρεπα τις δυσάρεστες αναμνήσεις σε όμορφες και τις όμορφες, κάπως θα τις έκανα ακόμα πιο όμορφες, θα τις έκανα τέλειες.

Σε μια συνεδρία με τον ψυ, του είχα πει πως, 24/7, νιώθω ότι είτε παίζω 'μαγνητοσκοπήσεις' καταστάσεων στο κεφάλι μου, είτε 'simulations' των εκατοντάδων, ίσως χιλιάδων, διαφορετικών ενδεχομενικοτήτων. Συχνά πιάνω τον εαυτό μου να συνειδητοποιεί ότι απλά δεν είμαι εκεί. Κάποιες φορές, η ύπαρξη αυτής της αχανούς βιβλιοθήκης με τρομάζει - πρώτον διότι δεν θεωρώ ότι στα 33 χρόνια που βρίσκομαι σ' αυτό τον βράχο έχω ζήσει κάτι συγκλονιστικό, οπότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να έχω φτιάξει την πιο αδιάφορη βιβλιοθήκη αναμνήσεων στον κόσμο. Και δεύτερον, κι αυτό είναι το πραγματικά τρομακτικό, αν νιώθω σχεδόν overwhelmed απ' όλα αυτά που έχει καταγράψει το κεφάλι μου στις 3 περίπου αυτές δεκαετίες, τότε τι θα γίνει με όλα αυτά που θα έρθουν στο μέλλον; Σίγουρα, κάθε βιβλιοθήκη, ή αρχείο, έχει μια ορισμένη χωρητικότητα.

Πάμε πάλι στα του Πάσχα, διότι γι' ακόμη μια φορά πολυλογώ. Με την ακρίβεια ατομικού ρολογιού καισίου, κάθε Πάσχα αντί για τον Ιησού απ' τη Ναζαρέτ, το κεφάλι μου παίζει best of compilations από άσχημες καταστάσεις από παλιότερες διακοπές. Καταστάσεις που μερικές φορές νιώθω καταδικασμένος να ζω ξανά και ξανά, διότι αυτός ο τρόπος σκέψης έχει σίγουρα κι ένα στοιχείο αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Την περίτεχνα ντρεσσαρισμένη αλλά αναπόφευκτα πηχτή σαν μελάσσα ατμόσφαιρα οικογενειακού φαγητού την τελευταία Κυριακή του Πάσχα πριν νικήσει ο καρκίνος την αδερφή του πατέρα μου. Την αίσθηση απόρριψης απο άνθρωπο με τον οποίο έχεις πιστέψει ότι κάνατε κλικ κι αυτός εξαφανίστηκε στην αρχή της Μ. Βδομάδας. Το ότι ο Αντώνης, ο 'μεγάλος' που θα καθόσασταν και θα μιλάγατε για Star Wars και αυτοκίνητα δεν υπάρχει πια. Τα ηλίθια 'αστεία' σχόλια απο οικογενειακούς φίλους σε εκδρομή για το πως ο Θέμης ξοδεύει τόσο σαπούνι και ειναι συνεχώς σε έναν νιπτήρα. Μια αλληλουχία από παρεμφερείς καταστάσεις, άλλες πιο άσχημες, άλλες λιγότερο, αλλά άσχημες παρ' όλα αυτά, κάθε Πάσχα.

Στην πρώτη μας συνεδρία μετά από αυτό το τελευταίο σκατένιο Πάσχα, ένιωθα μια ακαθισία και νευρικότητα. Αυτή δεν άργησε να εκδηλωθεί ανοιχτά σε θυμό. Ο γιατρός μου μου είπε πως είναι φυσικό, εξαιτίας της σχέσης την οποία περιέγραφα παραπάνω, να νιώθω εγκαταλειμμένος από αυτόν, όταν λόγω εορτών-διακοπών κλπ πρέπει αναγκαστικά να διακόπτουμε τις συναντήσεις μας. Η αλήθεια είναι πως ναι, ένιωθα εγκαταλελειμμένος από τον γιατρό μου, αλλά όχι μόνο. Ένιωθα εγκαταλειμένος από όλους και όλα. Για την ακρίβεια, ένιωθα κάπως σαν να είμαι πάλι παιδί, καθισμένο στο πίσω κάθισμα του Καντετ της οικογένειας, ένας θεατής που βλέπει να περνάνε κτήρια και βενζινάδικα και κόσμο που περιμένει στα φανάρια και ταξί και φορτηγά και μια ζωή εντελώς χαοτική και φρενήρη και που απλά περιμένει την στιγμή που θα του πει κάποιος 'φτάσαμε' και θα πρέπει ν' ανοίξει την πόρτα. Είναι κάπως ειρωνικό το ότι σχεδόν πάντα πλέον θα είμαι ο τύπος πίσω απ' το τιμόνι ενός αυτοκινήτου, ο designated driver ας πούμε, αυτός που θα βοηθήσει σε μετακόμιση ή θα πετάξει έναν φίλο κάπου, σε δουλειά, στο νοσοκομείο, όπου χρειαστεί, αυτός που αναλαμβάνει ευθύνη και προσπαθεί να ανταποκρίνεται σε αυτή, αλλά παράλληλα αυτή η παιδική ανάμνηση απ' το πίσω κάθισμα, του μηδενικού ελέγχου, παίζει ξανά και ξανά, σαν να είναι εγγεγραμένη πάνω μου, χαραγμένη στο δέρμα μου σχεδόν.

Στο προηγούμενο κείμενο περιέγραφα το πως η αγαπημένες μου φάσεις στην διαδικασία της κοινωνικοποίησης αφορούν την ίδια την διαδικασία της μετακίνησης από και προς το σημείο συνάντησης ή εξόδου, με άλλα λόγια τα λίγα ή πολλά  -ευλογημένα!- λεπτά που έχω κάποιου είδους έλεγχο, πίσω από το τιμόνι. Η πράξη της εξόδου αυτή καθαυτή με αφήνει στις καλύτερες των περιπτώσεων αδιάφορο. Το τσεκάρισμα του ρολογιού ξανά και ξανά είναι εκ των ουκ άνευ, όπως και η καλά δουλεμένη μου ικανότητα να μπορώ είτε να εξαφανιστώ από κάποιο κοινωνικό ηβεντ σαν νιντζα, ή να χρησιμοποιώ μια αρκετά καλή (όχι πειστική, αλλά οχι και προσβλητική για τους άλλους) δικαιολογία, για να μπορώ να κλείσω την πόρτα και να νιώσω ότι είμαι πάλι προστατευμένος, έστω και για λίγο, από τον κόσμο.

Αν υπάρχει κάποιο είδος ηβεντ που βρίσκω πιο ανυπόφορο απ' όλα τα άλλα, αυτά είναι τα πάρτυ. Για την ακρίβεια, δεν είναι απλά ανυπόφορα, είναι σχεδόν μίσος αυτό που τρέφω προς αυτά. Και το θεμέλιο αυτού του μίσους ακόμα μπορεί να το εντοπίσει κανείς -που αλλού;- στην παιδική ηλικία. Τα παιδικά πάρτυ, απ' όταν άρχισα να συνυπάρχω με συνομήλικούς μου, ήταν κάτι σαν ένα πράγμα που όφειλε κανείς να συμμετέχει, αν ήθελε να γίνει με κάποιο τρόπο μέρος του κόσμου και όχι να παραμείνει δορυφόρος του. Ήταν απλά κάτι που έπρεπε να γίνει, αν ήθελες να υπάρχεις σε κάποιο βαθμό. 

Εκείνα τα παιδικά χρόνια ήταν που άρχισα να συνειδητοποιώ σταδιακά πως αυτός ο κόσμος είναι βαθιά εχθρικός και ανταγωνιστικός, λες και η ίδια του η φύση είναι ο εγωισμός και η πλήρης αδιαφορία του προς όλους και όλα, μονολιθικός και συμπαγής, σχεδόν απόλυτα ξένος, και - το πιο στενάχωρο- πως, δυστυχώς, είναι ο μόνος κόσμος που υπάρχει. Όπως έλεγε κι ο λοχίας στο Thin Red Line, 'there ain't some other world where everything's going to be okay. There's just this one, just this rock.'

Κατά μια έννοια, ήμουν τυχερός - σπάνια θα ήμουν καλεσμένος σε κάποιο από εκείνα τα πάρτυ. Απ' την άλλη, όταν με καλούσαν, ανταποκρινόμουν θετικά, χωρίς όμως να έχω κάποια όρεξη για κάτι τέτοιο. Κυρίως άγχος και φόβο, σαν να επρόκειτο να πάρω μέρος σε μια δοκιμασία. Νομίζω πως μέσα απ' αυτή τη διαδικασία, του να κάνω πράγματα που δεν ήθελα πραγματικά με στόχο να μπορέσω κάπως να υπάρξω σ' έναν κόσμο που, παρ' όλη τη σκατίλα του, ήταν η μόνη επιλογή, ανακάλυψα πως, ακόμα κι αν δεν θα μπορούσα ποτέ απλά να υπάρχω, ή έστω να καταλάβω πράγματα βασικά τα οποία αν υπήρχε θεός θα έβγαζε κάποιο μάνιουαλ γι' αυτά, μπορούσα κάπως να τα μιμηθώ. Μερικές φορές, να τα μιμηθώ καλά. Πολύ καλά. Από ένα σημείο κι έπειτα, σχεδόν δε μπορούσες να ξεχωρίσεις την μίμηση απ' το ρηαλ θινγκ, αν δεν έδινες σημασία σε λεπτομέρειες. Μπορεί ποτέ να μην γινόμουν και να ένιωθα κομμάτι αυτού του κόσμου, αλλά είχα βρει έναν τρόπο, μια αόρατη στολή ας πούμε, που θα μου επέτρεπε να κινούμαι και να υπάρχω καμουφλαρισμένος μέσα σε αυτόν.

Παραδόξως, αυτή η στολή έχει περάσει διάφορα revisions κι αποτελείται πλέον από αρκετά πιο λεπτό ύφασμα. Αν ξεχαστώ, μπορεί μερικές φορές και να πιστέψω ότι δεν υπάρχει καν. Λίγοι, πολύ λίγοι άνθρωποι, μπορούν να την διακρίνουν. Ακόμα πιο λίγοι, ίσως επειδή κι αυτοί φοράνε στολές από μικροί, και ξέρουν, έχουν καταφέρει να με βοηθήσουν να την βγάλω - μερικές φορές, απλά την έχουν σκίσει, με τον ίδιο τρόπο που είναι τελικά λιγότερο επίπονο να τραβήξεις απότομα το χανζαπλαστ απ' το να το βγάλεις σιγά σιγά. Όταν γίνεται κάτι τέτοιο, καταλαβαίνω πως αυτός ο κόσμος δεν είναι εντελώς για πέταμα, τουλάχιστον όχι όλος, και πως δεν είμαι μόνος. Και, κάθε φορά που σκίζεται η στολή, για όσο κρατήσει τέλος πάντων, νιώθω σχεδόν δέος για τους ανθρώπους που μπορούν και υπάρχουν σ' αυτόν χωρίς καμιά προστασία, με τη στολή να είναι το ίδιο τους το δέρμα. Είναι σαν να μην ακουμπούν καν τα πόδια τους στο έδαφος, να ίπτανται λίγα εκατοστά πιο πάνω, και να γλιστράνε κάπως πάνω του. Νιώθω θαυμασμό και ένα είδος φθόνου μαζί. Νιώθω πως ίσως τελικά υπήρχε εκείνο το γαμημένο εγχειρίδιο χρήσης για τον κόσμο και απλά δεν έπεσε ποτέ στα χέρια μου, κάτι σαν τις σημειώσεις Κβαντομηχανικής στο Φυσικό. 

Φυσικά, συνεχίζω να απεχθάνομαι τα πάρτυ με κάθε κύτταρο του σώματός μου. Κατ' αρχάς, μου φαίνονται ίσως τα πιο μοναχικά πράγματα που περιλαμβάνουν περισσότερους από έναν άνθρωπο, μερικές φορές ακόμα πιο μοναχικά κι απ' αυτό. Κατά δεύτερον, ακόμα κι αν βρεθώ σε κάποιο, η αίσθηση αποξένωσης, ότι απλά δεν είμαι εκεί, είναι αρκετή για να με κάνει να φύγω με το που τελειώσω την κοκακολα μου. Αλλά πιο πολύ τα μισώ, μάλλον επειδή μια φορά, σε πάρτυ, έχω νιώσει το είδος της ελευθερίας που περιέγραφα στο προηγούμενο πόστ, φάση ότι μπορώ να κάνω τα πάντα γαμώ το χριστό, την αίσθηση ότι ο αυτόματος πιλότος έχει απενεργοποιηθεί, η στολή; who the fuck cares!, τα λαμπάκια 'βάλτε τη ζώνη σας' και 'μην καπνίζετε' έχουν ανάψει και σκέφτομαι 'δε γαμιέται' καθώς παίρνω το πηδάλιο. Έχω νιώσει ότι όχι μόνο μπορώ να υπάρχω, ότι τελικά ίσως όλα μπορεί να πάνε εν τέλει καλά. Που; Σε πάρτυ! Πραγματικά η ειρωνία είναι κι αυτή μάλλον βασικό συστατικό αυτού του κόσμου, δεν εξηγείται αλλιώς. Κάτι που επιβεβαιώνεται κι απ' το ότι, παράλληλα, μια άλλη φορά, πάλι εξαιτίας ενός πάρτυ, έχω νιώσει πως, όσο και να πιστεύεις ότι μπορεί να πετάς, όσο Flight Simulator και να έχεις παίξει, όσα sims και να έχεις τερματίσει στο πισί, δεν είσαι πιλότος, ίσως ούτε καν απλός οδηγός, όχι πραγματικά, είσαι στο πτυσσόμενο καθισματάκι πίσω απ' το πιλοτήριο και βλέπεις το έδαφος να έρχεται κατά πάνω σου και τη στιγμή εκείνη συνειδητοποιείς ότι δεν ξέρεις όχι μόνο που είναι η στολή σου, δεν ξέρεις που είναι η έξοδος κινδύνου, δεν ξέρεις πραγματικά τίποτα, τίποτα απολύτως, σχεδόν ούτε καν πως να αναπνέεις σ' αυτό το κόσμο, πόσω μάλλον να υπάρχεις.

Με άλλα λόγια, παραφράζοντας αγαπημένο αυτοκόλλητο, το οποίο κοσμεί και το template αυτού του blog στα δεξιά, κι επειδή μόλις συνειδητοποίησα ότι είναι Σάββατο σήμερα, de facto νύχτα γεμάτη σιχαμένα πάρτυ, ε, once more with feeling, σκατά και εμετοί στα Σαββατόβραδα, τους ανεκπλήρωτους έρωτες, στα τηλέφωνα, στις αναμονές, στα μοναχικά πάρτυ και σ' όλη την εξουσία της άδειας νύχτας.


Another night
And I thought "Well, well"
Go to another party and hang myself
Gently on the shelf



Friday, April 28, 2017

let's talk about cars



Όλη μου τη ζωή την έχω περάσει μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο.


Πριν καν αρχίσει να δημιουργεί το μυαλό μου κανονικές αναμνήσεις, απ’ όταν ήμουν βρέφος ουσιαστικά, περνούσα τεράστιο χρόνο κάθε μέρας στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου.

Πέρα-δώθε Σπετσών και Βελβενδού στους παππούδες νο.1, Σπετσών και Κόμνα Τράκα στους παππούδες νο.2, αμέτρητα λίτρα βενζίνης ξοδεμένα σε ατέλειωτους κύκλους τετραγώνων με την ελπίδα εύρεσης θέσης παρκαρίσματος, πέρα δώθε τα καλοκαίρια σε νησιά με ξεραίλα και κατσικόδρομους, που ήδη από τότε είχαν αρχίσει να μου φαίνονται σα να έχουν βγει από γραμμή παραγωγής, Ομόνοια-Κολιάτσου φάση κάθε σαββατοκύριακο στην Ερέτρια και πάλι πίσω Αθήνα με το Καντετ, μια διαδρομή που μικρός μου φαινόταν τεράστια, σα να πηγαίνεις και να γυρίζεις στη Σελήνη, και η οποία τελικά είναι γύρω στη μια ώρα και κάτι ψιλά, αν πάρεις το φέρι μποτ από Ωρωπό. Πέρα δώθε σχολείο – σπίτι τα απογεύματα (2 φορές τη βδομάδα) που είχα ωδείο, όπου τουλάχιστον στο πίσω κάθισμα του Φίατ 127 του παππού περίμενε εμένα και τον φίλο μου τον Άρη σακουλάκι απ’ τα Γκουντυζ με δύο τσηζ και πατάτες. 

Απίστευτη βαρεμάρα στην ατέλειωτη διαδρομή Αθήνα – Πάτρα και μετά Κεφαλονιά, από Σάμη προς το χωριό, κάθε Αύγουστο, ένας γαμημένος δρόμος μιας λωρίδας στα περισσότερα σημεία, γεμάτος στροφές, ο πράσινος σκαραβαίος της γιαγιάς μου να ανεβαίνει την διαδρομή με 1η και η ώρα να μην περνάει, καθώς τα περιεχόμενα του στομαχιού μου έρχονταν συνεχώς στην επιφάνεια. Χωρίς να έχω κλείσει χρόνο ακόμα, χαρντκορ ηλίαση στη διαδρομή προς Λεωνίδιο, οι γονείς να βρίζονται για το ποιος ξέχασε να βάλει μια ‘αντιηλιακή’ πετσέτα στο παράθυρο και πανικός στην μετέπειτα διαδρομή μπανιέρα-νοσοκομείο. Ατέλειωτες διαδρομές με το Ροβερ 214 στην Ιταλία με αφετηρία την Ανκόνα, η οποία ήταν και η πρώτη μου -anticlimactic- επαφή με το εξωτερικό, ένα βράδυ καλοκαιριού. Διαδρομές γεμάτες φόβο, πραγματικό φόβο, για εντελώς μπανάλ πράγματα - για τον οδοντίατρο, για τις εξετάσεις αίματος, για τα πάντα. Φοβόμουν τα πάντα. Αλλά, παραδόξως, δεν φοβόμουν τα αυτοκίνητα.

Καθώς μεγάλωνα, είχε αρχίσει να ξυπνάει μέσα μου το μικρόβιο της αυτοκίνησης. Η φάση τότε ήταν, Auto Motor & Sport και 4 Τροχοί, κάθε μήνα. Μου άρεσε να διαβάζω για πράγματα τα οποία δεν πολυκαταλάβαινα, τεχνικούς όρους, μηχανολογικούς, την αργκό της αυτοκίνησης, τα κλισέ των συντακτών του ειδικού τύπου. Με τον καιρό, η αυτοκίνηση έγινε το πρώτο μεγάλο ας πούμε ενδιαφέρον μου και όλα περιστρέφονταν γύρω απ’ αυτό. Θυμάμαι ακόμα την μέρα που είχα πρωτοδεί crash test (TUV) στις σελίδες του AM&S. Μου φαινόταν ταυτόχρονα εξωφρενικό αλλά και απίστευτα γοητευτικό, το να τρακάρεις επίτηδες αμάξια και το να αντλείς απ’ αυτό πληροφορίες για να τα κάνεις πιο ασφαλή.

Ακόμα και η επαφή με την επονομαζόμενη ποπ κουλτούρα, που τελικά έγινε το κυρίως ‘ενήλικο’ ενδιαφέρον μου, ξεκίνησε μέσα από iconic αυτοκίνητα: Herbie ο σκαραβαίος, Knight Industries Two Thousand (και κλάμα με αναφιλητά στο επεισόδιο που ‘πεθαίνει’ ο  ΚΙΤΤ), η ακόμα και σήμερα ‘εξωγήινη’ Delorean του Back to the Future. Τεράστιο κεφάλαιο αυτό το αυτοκίνητο. Στην τότε, pre internet εποχή, ακόμα και μια απλή έγχρωμη φωτογραφία της Delorean κομμένη άγαρμπα με ψαλίδι από κάποιο περιοδικό, φαινόταν στα μάτια μου σαν το Άγιο Δισκοπότηρο. Για να αποκτήσω την εν λόγω φωτογραφία, έδωσα σε συμμαθητή μια φιγούρα Transformers. “The worst trade deal, in the history of trade deals, ever”, που θα λεγε κι ο Τραμπ. Νύχτες σχολείου, να κάθομαι μπροστά στην τιβί με μια πολαροιντ που είχαν κάνει δώρο τα περασμένα Χριστούγεννα στους γονείς μου και να ξοδεύω το πανάκριβο ‘φιλμ’ βγάζοντας κάτι θολές φωτογραφίες της ιπτάμενης Delorean απ’ το Part II.

Πιο μεγάλος, ψάξιμο άπειρο, ξεψάχνισμα κυριολεκτικά του ειδικού τύπου της εποχής όταν είχε έρθει η ώρα να πουλήσουμε το ταλαιπωρημένο Ροβερ και να ‘ανεβούμε κατηγορία’. Ένιωθα πραγματικά πως αγόραζα εγώ ένα νέο αμάξι, ήξερα τα πάντα γι’ αυτό, το τι έκανε ο παραμικρός διακόπτης του Φορεστερ, τα τεχνικά του χαρακτηριστικά (τα οποία είχα ‘εκπαιδευθεί’ να θυμάμαι μάλλον από τις εποχές Υπερατού στο δημοτικό), πραγματικά ήξερα τα πάντα γι’ αυτό το αμάξι, εκτός φυσικά απ’ το πώς να το οδηγώ. Η αγαπημένες μου αναμνήσεις από τα χρόνια εκείνα ήταν αυτές οι φάσεις που μπορούσα να πάρω τα κλειδιά και να παίζω με διακόπτες, το σιντι, την ηλιοροφή, κοροιδεύοντας τον εαυτό μου ότι, αν ήθελα, θα μπορούσα να το πάρω μια βόλτα. Κάθε βράδυ εξόδου με γονείς, περίμενα τη στιγμή που θα μπορούσα να πάρω τα κλειδιά και να αράξω στο αυτοκίνητο, συνήθως με την αδερφή μου, με τις ασφάλειες κλειδωμένες, προστατευμένοι απ’ τον έξω κόσμο, που ήταν και είναι απίστευτα εχθρικός.

Κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβω σχεδόν, τα χρόνια πέρασαν και έκλεισα τα 18, κάπου στο 2ο-3ο εξάμηνο του πανεπιστημίου. Μπορούσα να ξεκινήσω μαθήματα, με έναν ανεκδιήγητο λιγδιάρη τύπο, κλασσικός ιδεότυπος Πατρινού, ο οποίος εκείνη την περίοδο πρέπει να έφτιαχνε αυθαίρετο εξοχικό, κρίνοντας απ’ τις διαδρομές που κάναμε από και προς μαγαζιά με είδη υγιεινής, εργοστάσια καλοριφέρ και θερμοσιφώνων κοκ. Δεν με ένοιαζε καθόλου – οδηγούσα στους δρόμους της Πάτρας (και πέριξ) ένα σαραβαλέ Φιατ Τίπο 1400 κυβικών, το οποίο μια μέρα πριν τις εξετάσεις εμφάνισε διαρροή του καλοριφέρ θέρμανσης, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια – παραδόξως όμορφη – λιμνούλα από ψυκτικό υγρό στα πετάλ του οδηγού. Ασύλληπτο άγχος στις εξετάσεις στο υπουργείο, είχα την φαεινή ιδέα να πω στον καθηγητή πως θα προτιμούσα να εξεταστώ πρώτος (ενώ είχαμε κάτσει σε καφετέρια πέριξ όπου και κέρασε τους υπόλοιπους εκπαιδευόμενους μπύρες!), οπότε φυσικά στην εντολή ‘στρίψτε δεξιά παρακαλώ’, εγώ έστριψα αριστερά με αποτέλεσμα να με ρωτήσει με σοβαρό ύφος ο εξεταστής αν ξέρω την διαφορά αριστερά-δεξιά. Παραδόξως, το πήρα. Μάλλον έκανα καλή οπισθογωνία και παρκάρισμα. Ή απλά έτσι παίρνουν δίπλωμα στην Πάτρα.

Από εκείνη την μέρα ξεκίνησε μια σχέση κυριολεκτικά συμβιωτική μεταξύ εμού και του αυτοκινήτου που οδηγούσα, αρχικά ένα παλιό Golf II του παππού μου, το οποίο αρκετά χρόνια μετά αγοράστηκε από έμπορο ναρκωτικών και κατέληξε αναποδογυρισμένο και σμπαραλιασμένο σ’ ένα χαντάκι λίγο έξω απ’ τη Λαμία. R.I.P. Όπου μπορούσα να πάω με το αυτοκίνητο, όσο κοντά και να ήταν ο προορισμός, θα πήγαινα οδικώς. Ενώ ποτέ δεν μου άρεσαν οι έξοδοι, οι νυχτερινές ειδικότερα, είχα αρχίσει να βγαίνω με φίλους μόνο και μόνο για να κάνω διαδρομές. Οι αγαπημένες μου φάσεις στις εξόδους αυτές, ήταν όταν πήγαινα κάπου και όταν έφευγα. Ακόμα είναι, βασικά. Μερικά πράγματα μάλλον δεν αλλάζουν.

Από την Golf εποχή, έχουν περάσει δύο αυτοκίνητα απ’ τα χέρια μου. Τολμώ να πω πως πίσω από τα τιμόνια τους, έχω περάσει τις πιο όμορφες αλλά και τις πιο άσχημες καταστάσεις που έχω βιώσει μέχρι σήμερα. Έχω νιώσει αυτή την αίσθηση ελευθερίας που είναι εντελώς παροδική, αλλά σε κάνει να πιστεύεις πως – έστω εκείνη τη στιγμή, εκείνο το λεπτό – μπορείς να κάνεις τα πάντα. Πως ο κόσμος και γενικά η φάση της ζωής είναι τε-λει-α. Πως ο κόσμος και γενικά η φάση της ζωής είναι τε-λει-α και το κομμάτι που παίζει στο ραδιοσιντι είναι η πιο όμορφη μουσική που έχει γραφτεί ποτέ. Ακόμα και η Πάτρα φαινόταν όμορφη στα μάτια μου, τότε. Ήταν λες και εκείνο το Megane με τα 115 άλογά του, το οποίο όλοι έβρισκαν κακάσχημο, να ήταν κάτι σαν μια διέξοδος διαφυγής απ’ όλα τα πεζά προβλήματα της ζωής. Την σχολή που δεν έλεγε να τελειώσει και που όσο περνούσαν τα χρόνια φαινόταν όλο και πιο ξένο πράγμα, την κατάθλιψη και τους ψυχαναγκασμούς, τα συνεχή πλυσίματα, τα ατέλειωτα πλυντήρια, τις επαναλήψεις και τα μετρήματα, την μοναξιά που δεν έλεγε να φύγει όσο κόσμο και να συναναστρεφόμουν. Κάθε κουσούρι, κάθε μηχανικό ή ηλεκτρικό πρόβλημα, ήταν σαν μια ασθένεια που περνούσα κι εγώ. Ψυχαναλυτικά μιλώντας, νομίζω ότι έχει σημασία το ότι η πρώτη διαδρομή που έκανα με εκείνο, το πρώτο ‘δικό μου’ - ας πούμε - αμάξι, ήταν προς το γραφείο του ψυ μου στην Πεύκη, όταν επιτέλους πήρα πρώτη φορά την απόφαση να δώσω βαρος σε θέματα δικά μου και οχι 'δικα μου'.

Πάντα ένιωθα πως μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον στο οποίο κρατούσε το τιμόνι ένας αυτόματος πιλότος. Όλα συνέβαιναν σα να τα έβλεπα από το παράθυρο του πίσω καθίσματος. Ποτέ δεν ήμουν σίγουρος για τίποτα, τίποτα απολύτως, πως να υπάρχω και να συνυπάρχω, τι κάνω στη ζωή μου, τι κάνω στο Φυσικό Πατρών, τι κάνω στην ίδια την Πάτρα, πως περνάω τις μέρες μου, δεν ήξερα τι-πο-τα. Αλλά τις στιγμές που ήμουν πίσω από το τιμόνι, ένιωθα πως, για λίγο έστω, για τα είκοσι λεπτά  της διαδρομής Πάτρα – Βραχνέικα, είχα εγώ τον έλεγχο, δεν ήμουν επιβάτης, το τιμόνι ήταν στα χέρια μου και – με λίγη βενζίνη παραπάνω – μπορούσα να πάω παντού πάνω σ αυτό το βράχο, όποτε το θελήσω. Εκείνες τις στιγμές δεν ένιωθα φόβο, ακόμα και σε φάσεις που θα έπρεπε, όπως εκείνο το πρώτο ριψοκίνδυνο προσπέρασμα στην Αθηνών - Πατρών. Όπως εκείνο το βράδυ, μετά από 2ήμερο ταξίδι επιστροφής με τρένο και ΚΤΕΛ από Βελιγράδι, που ένιωθα πως θα εκρηγνυόταν η καρδιά μου στο στήθος μου απ’ την στενοχώρια, που ένιωθα πως δεν μπορούσα καν να υπάρχω με τα πόδια μου στο έδαφος, πιο θεατής από ποτέ στο πιο θλιβερό έργο του κόσμου, που απλά μπήκα στο σπίτι, χαιρέτησα την αδερφή μου, πήρα τα κλειδιά του Ρενω και έφυγα μια το πρωί για Αθήνα, άυπνος για 48 ώρες, με το μάτι να στάζει κέτσαπ.

Οι ιδανικές φάσεις κοινωνικοποίησης τότε, αλλά και τώρα νομίζω, περιλαμβάνουν ένα αυτοκίνητο. Το πιο απλό πράγμα για παράδειγμα, αυτό που κάναμε σχεδόν κάθε βράδυ τότε με τον φίλο Γιάννη, να φορτώνουμε στο ντουλαπάκι του συνοδηγού σιντι και να κάνουμε άσκοπες βόλτες πέρα δώθε στην Πάτρα, ακούγοντας μουσική και καπνίζοντας – ήταν τέλειο. Τα βράδια που δεν είχα όρεξη να δω καν άνθρωπο, θα τα περνούσα στο αυτοκίνητο, εξερευνώντας κωλόδρομους στα χωριά έξω απ’ την Πάτρα και ανάβοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο.

Μέσα σε αυτοκίνητα, στο κάθισμα του οδηγού, έχω επικοινωνήσει με ανθρώπους πιο ειλικρινά, πιο ευάλωτα ίσως, απ’ ότι σε κάθε άλλη κατάσταση. Άλλες φορές όντας στη θέση αυτού που πληγώνει και άλλες στη θέση αυτού που πληγώνεται. Κάποιες, πιο σπάνιες, συνοδηγός και οδηγός ήμασταν και οι δύο πληγωμένοι. Αμέτρητα χιλιόμετρα με απόλυτη σιωπή που λέει περισσότερα απ’ ότι θα μπορούσαν να πουν λόγια, με δάκρυα που άλλες φορές συγκρατούνται και άλλες ούτε καν, ατέλειωτες ώρες με τη μηχανή στο ρελαντί και τα αλάρμ αναμμένα, πάνω σε πεζοδρόμια, σε στενά, σε πάρκινγκ, να προσπαθώ κάπως να φτιάξω χρόνο, να διορθώσω με λόγια πράγματα και καταστάσεις, να προσπαθώ να αντιστρέψω την πορεία των πραγμάτων, βασικά να αντιστρέψω την εντροπία. Τελικά, κουτσά στραβά, έμαθα και κάτι μετά από σχεδόν μια δεκαετία στο φυσικό, κι αυτό ήταν μάλλον το πιο σημαντικό: κάθε κλειστό σύστημα οδεύει, αναπόφευκτα, προς την κατάρρευση και την αταξία. Όπως κι ένα αυτοκίνητο, το οποίο όσο και να προσπαθήσεις, κρατώντας διπλάσια απόσταση απ’ τα άλλα παρκαρισμένα, κλείνοντας τους καθρέφτες, αποφεύγοντας παρκάρισμα σε στενά και γωνίες, αποφεύγοντας λακούβες και λοιπές κακοτεχνίες, ότι κι αν κάνεις, δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγεις τα σημάδια του χρόνου και της χρήσης από πάνω του. Ίσως έτσι γίνεται και με τους ανθρώπους. Όπως, όσο και να βρίσεις και να κοπανήσεις το τιμόνι δεν θα φέρει πίσω το σπασμένο καπάκι του καθρέφτη σου, αντίστοιχα, όσο και να κλάψεις, και να φωνάξεις, δεν γίνεται να κάνεις κάποιον που δεν σε αγαπάει πια να σ αγαπήσει ξανά.

Για ένα πράγμα είμαι τελικά σίγουρος: ότι δεν μετανιώνω ούτε λεπτό για κάθε ένα απ’ αυτά τα χιλιόμετρα, για κάθε καμένο λίτρο βενζίνης, για κάθε γρατζουνιά, για κάθε μποτιλιάρισμα, για κάθε σκασμένο λάστιχο, για κάθε εκατομμυριοστό ενός βαθμού Κελσίου που μπορεί να αύξησα την θερμοκρασία του πλανήτη, για κάθε στενάχωρη στιγμή. Για τίποτα απ’ όλα αυτά.


Όλη μου την ζωή θα την περάσω σ’ ένα αυτοκίνητο. Κι αυτό είναι με κάποιον τρόπο, ανακουφιστικό.



“I asked the painter why the roads are colored black
He said, "Steve, it's because people leave
And no highway will bring them back."


Thursday, March 17, 2016

Tommy Gun Angel



 Πριν μια βδομάδα πέρασα μια ολόκληρη μέρα να βάζω τα ίδια ρούχα ξανά και ξανά για πλύσιμο. Τέλειωνε η μεγάλη πλύση στους 60 βαθμούς, άνοιγα το καπάκι του πλυντηρίου, πήγαινα να τ' απλώσω αλλά με το που τ' άγγιζα, ήμουν σίγουρος πως ήταν ακόμα βρώμικα. Οπότε πάλι Skip απορρυπαντικό στον δοσομετρητή, πάλι απολυμαντικό Dettol για τα ρούχα και τσουπ, φύγαμε γι' ακόμα έναν γύρο. Έπρεπε να πάει 12 το βράδυ για να ζητήσω την βοήθεια ενός φίλου, ο οποίος ήρθε σπίτι και με βοήθησε με την μικρή αυτή κρίση. Ουσιαστικά ήρθε, βάλαμε μια τελευταία φορά το πλυντήριο, στο τέλος τον ρώτησα 32 φορές αν είναι σίγουρος πως είναι καθαρά τα ρούχα κι έπειτα με βοήθησε να τ' απλώσουμε. Σ' ευχαριστώ Γάκη, αλήθεια.

 Είναι πολύ εύκολο να χαθεί κανείς στους ατέρμονους κύκλους του ψυχαναγκασμού (600rpm, όπως το πλυντήριο στο στάδιο του στεγνώματος ένα πράγμα). Ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, που πίστευα πως μπορώ σε κάποιο βαθμό να ελέγξω τις ιδεοληψίες μου περί καθαριότητας, πιάνω τον εαυτό μου να χάνει μέρες ολόκληρες με ασταμάτητες επαναλήψεις. Σκούπισε, σφουγγάρισε, πλύνε, ξανά και ξανά, μέχρι ν' ανοίξει το δέρμα, μέχρι να μην υπάρχει καν δέρμα. Χλωρίνες, ντετόλ απολυμαντικό για το πάτωμα, υγρά πανάκια Κλινεξ σε πόμολα, τηλεχειριστήρια, πληκτρολόγια, διακόπτες, ακόμα και αναπτήρες.

 Θυμάμαι σε μια φάση στην Πάτρα, ως φοιτητής, που είχα ανακαλύψει ένα μικρό τρικ για να μπορώ κάπως να ξεκολλάω από τη μανία της επανάληψης. Μιλούσα στον εαυτό μου, επαναλαμβάνοντας ένα συγκεκριμένο απόσπασμα κειμένου (το οποίο είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο του Michael Crichton, και το οποίο αναφερόταν στην έννοια του κβαντικού αφρού). Πήγαινα π.χ. να πλύνω τα χέρια μου και άρχιζα να απαγγέλω το απόσπασμα, όντας σίγουρος πως μόλις τελειώσει, τα χέρια μου θα είναι καθαρά και θα μπορούσα να σταματήσω. Το κόλπο αυτό έπιανε, ενίοτε, και βοηθούσε πολύ.

 Τον τελευταίο καιρό πιάνω πάλι τον εαυτό μου, σε τέτοιες φάσεις πίεσης, να απευθύνεται σε μένα. Ή τουλάχιστον στο κομμάτι αυτό του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για τους ιδεοψυχαναγκασμούς. 'Όχι Θέμη, το κοίταξες ήδη πέντε φορές, δεν χρειάζεται να το ξανακοιτάξεις.' 'Θέμη ξεκόλλα, τα ρούχα έχουν ήδη πλυθεί 3 φορές, είναι πεντακάθαρα'. Και ούτω καθ'εξής. 

 Η καθημερινότητα σ' αυτό το πλαίσιο σκέψης μπορεί να γίνει πραγματικά αφόρητη. Το πιο απλό πράγμα, π.χ. το να ντυθείς και να κλειδώσεις την εξώπορτα και να περπατήσεις μέχρι το περίπτερο, σε τέτοιες φάσεις έξαρσης της ΙΔΨ, μπορεί να φαντάζει αδύνατο. Σχεδόν τα πάντα χρειάζονται προετοιμασία και ατέλειωτη υπομονή. Αλλά ακόμα κι αυτό, με τα χρόνια, συνηθίζεται. Έτσι κι αλλιώς η θεραπεία της ΙΔΨ πολύ σπάνια σε απαλάσσει από τα συμπτώματα. Αυτό που μαθαίνεις είναι να διαχειρίζεσαι το όλο θέμα, πλησιάζοντας σε κάποιες φάσεις αυτό που θα ονομάζαμε 'κανονικότητα'.

 Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα, ένα πράγμα το οποίο συνειδητοποίησα σχετικά πρόσφατα και το οποίο κάνει το ζήτημα της ΙΔΨ ακόμα πιο ζόρικο. Ο ιδεοψυχαναγκαστικός τρόπος σκέψης είναι σαν την μελάσσα. Διαχέεται παντού, αργά αλλά σταθερά, και προσπαθείς να την συμμαζέψεις κάπως αλλά αυτή κολλάει στα πάντα και γεμίζει τον τόπο (στην προκειμένη, το μυαλό). Και κάποια στιγμή συνειδητοποιείς πως αυτή η ασθένεια, η οποία σε κάνει να αμφισβητείς τα πιο ηλίθια πράγματα - και συνήθως εκφράζεται σ' αυτά -, έχει επεκταθεί σε όλο σου τον τρόπο σκέψης.

 Πιάνεις τον εαυτό σου να αμφισβητεί το παραμικρό: την κάθε σκέψη, κίνηση, έκφραση. Τα πάντα μπαίνουν κάτω από ένα μικροσκόπιο, εξετάζονται διεξοδικά, εναλλακτικές υπολογίζονται (συνήθως after the fact), η κριτική προς το ίδιο το μυαλό σου είναι αδυσώπητη και γενικά η φάση είναι σκατά. Ο ελεύθερος (;) χρόνος σου, όταν υπάρχει, είναι πάντα μια καλή ευκαιρία για να χαθείς σε μια απ' αυτές τις σκουληκότρυπες.

 Από μικρός καθόμουν και αναρωτιόμουν, 'είναι καλύτερο να πορεύεται κανείς στην βάση της σκέψης ή στην βάση του συναισθήματος;'. Το συναίσθημα πάντα μου φαινόταν πιο γοητευτικό, πιο αληθινό. Μερικές φορές, όταν νιώθω είτε πολύ καλά είτε πολύ απαίσια, πιάνω τον εαυτό μου να φέρομαι παρορμητικά, συναισθηματικά ας πούμε. Και κάποιες απ' αυτές τις φορές, το αποτέλεσμα είναι τέλειο. Είναι διπλά τέλειο, γιατί εκείνες τις στιγμές, έστω και στιγμιαία, νιώθω ότι δεν φοβάμαι. Άλλες πάλι φορές, η έκβαση δεν είναι καλή (το συνηθέστερο εκ των δύο). Σ' εκείνες τις φάσεις, υπάρχει σε σταντ μπαη ο ψυχαναγκασμός, ακλόνητο στρατιωτάκι, πάντα έτοιμος να ασκήσει την αρμόζουσα τιμωρία για την οποιαδήποτε παρόρμηση, για το ότι τόλμησα και τον παρέκαμψα, δεν τον συμβουλεύτηκα, τον έγραψα στ' αρχίδια μου κι εκφράστηκα όπως ένιωθα.

Έχω περάσει όλη μου την ζωή να φοβάμαι και ν' αγχώνομαι για το κάθε τι: για την εντύπωση που δίνω, για το τι σκέφτονται οι άλλοι για μένα, για το πως υπάρχω στον χώρο, για τον αέρα και την τροφή και το νερό που καταναλώνω, γι' αυτά που νιώθω, γι' αυτά που θέλω να πω και να κάνω. Άχθος αρούρης ένα πράγμα, το βάρος της γης, σχεδόν κυριολεκτικά. Οι ιδεοψυχαναγκασμοί είναι πάντα δίπλα μου, έτοιμοι να με τιμωρήσουν για οποιαδήποτε παρέκκλιση. Και φυσικά, αν τα πράγματα είναι ήδη άσχημα, να τα κάνουν χειρότερα.

 Που θέλω να καταλήξω; Δεν έχω ιδέα. Εδώ είναι το σημείο που λέει κάποιος ηρωικά 'ως εδω όμως! δε θα ζούμε άλλο με τον φόβο και το άγχος! μπλα μπλα μπλα'. Αλλά δεν παίζει αυτό, ας μη γελιόμαστε. Κάποια πράγματα τα κουβαλάει κανείς τόσο καιρό, που δεν μπορεί να φανταστεί καν πως θα ήταν η ζωή του χωρίς αυτά. Γίνονται δομικά, που είχε πει κι ένας γιατρός παλιότερα.

 Αυτό που θέλω να πω μάλλον είναι ότι, μια βδομάδα μετά, κάπως αναπολώ λιγάκι την μέρα που έβαλα τα ίδια ρούχα να πλυθούν δώδεκα φορές και έπρεπε να έρθει κάποιος να με σταματήσει απ' το να τα πλένω ξανά και ξανά όλο το βράδυ. Γιατί, όσο σκατά κι αν είναι τα πράγματα, πάντα μπορούν να γίνουν χειρότερα. Και - δυστυχώς - τα περισσότερα πράγματα στην ζωή, ειδικά αυτά που περιλαμβάνουν άλλους ανθρώπους, είναι πιο περίπλοκα ακόμα κι απ' την καρτελα που εξηγεί τα προγράμματα πλύσης.

Υ.Γ. Αυτό είναι το καλύτερο κομμάτι μουσικής που έχει γραφτεί στην ανθρώπινη ιστορία, σήμερα, Πέμπτη, 17/3 του σωτήριου έτους 2016, στις 18:10 μμ.






Friday, February 5, 2016

Organ Eternal



Into the evening rain,
wild horses unmoving / are moving.

 Έχει πλάκα το πως κάποιοι ήχοι, ανάλογα με το εκάστοτε κόντεξτ, μπορούν να είναι είτε πολύ ηρεμιστικοί είτε αφόρητοι. Ο ήχος που κάνει η βροχή που πέφτει στον φοριαμό που έχει αφήσει στο μπαλκόνι του ο δίπλα, για παράδειγμα, ο οποίος έχει εδω και χρόνια μετατραπεί απο αποθήκη καθαριστικών ειδών σε έναν πλήρως λειτουργικό περιστερώνα, με ότι αυτό συνεπάγεται. Μερικές φορές, αυτό το ασταμάτητο τσικι τσικι είναι ακριβώς ο λευκός θόρυβος που χρειάζομαι για να μπορέσω να αποκοιμηθώ. Άλλες πάλι, όπως τώρα, είναι ότι πιο εκνευριστικό υπάρχει στον κόσμο, μετά τους γείτονες οι οποίοι κλειδώνουν την εξώπορτα της πολυκατοικίας απ' τις 8 το απόγευμα.

 Το general consensus λέει πως όταν κάποιος δεν είναι καλά, για τον οποιοδήποτε λόγο, το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να προσπαθήσει να κρατήσει το μυαλό του απασχολημένο για να μην σκέφτεται: να βγει, να κοινωνικοποιηθεί, να δει φίλους και να μιλήσει μαζί τους, να πιεί, να αποφεύγει το να περναέι πολύ χρόνο μόνος του κ.ο.κ. Εγώ προτιμώ να κοιμάμαι. Πριν αρχίσετε να κουνάτε τα κεφάλια σας, επιτρέψτε μου να παρουσιάσω την σκέψη μου (sic).

All the things you leave behind,
without end, without beginning.

 Σκέψη! Αντιγράφω απ΄ το wikipedia:

 "Ο όρος σκέψη μπορεί να αναφέρεται στις ιδέες ή τη διάταξη των ιδεών (αλληλουχία) που προκαλείται από τη νόηση, στην τέχνη της παραγωγής σκέψεων, ή στη διαδικασία της παραγωγής σκέψεων. Παρά το γεγονός ότι η σκέψη αποτελεί μία θεμελιώδης δραστηριότητα του ανθρώπου κοινή σε όλους, δεν υπάρχει μία γενικά αποδεκτή συμφωνία για το τι είναι ή το πώς δημιουργείται."

 Δεν υπάρχει μια γενικά αποδεκτή συμφωνία για το τί είναι ή το πως δημιουργείται. Τρομακτικό, έτσι; Ουσιαστικά το μόνο που ξέρουμε σίγουρα για την σκέψη είναι οτι υπάρχει κι οτι ενίοτε κάνει τα πράγματα πιο εύκολα, αλλά συνήθως τα κάνει πιο δύσκολα. Και είναι πάντα εκεί. Συνεχώς. Μπορεί να σκέφτεσαι όμορφα πράγματα, ή άσχημα, ή μελαγχολικά ή ανυπόφορα. Αλλά πάντα θα σκέφτεσαι.


 Οι δραστηριότητες που περιγράφω παραπάνω, δεν μπορούν να σταματήσουν την σκέψη. Μπορούν ίσως να την αποσπάσουν, για λεπτά ή και ώρες, αν είναι κανείς τυχερός. Αλλά δεν γίνεται να την εμποδίσουν. Η σκέψη νικάει πάντα, δυστυχώς. Είναι λες και όλα αυτά που κάνεις για να μην σκέφτεσαι είναι ένα φράγμα που έχεις χτίσει με κόπο και ιδρώτα, και η διαβολεμένη σκέψη είναι ο χείμαρρος που ψάχνει τα ραγίσματα για ν' αρχίσει να κυλάει και πάλι. Είναι η φάση που είσαι με φίλους και λέτε βλακείες και γελάτε και νιώθεις πως όντως περνάς καλά, πως είσαι εκεί 100%, και πιστεύεις πως ίσως να νίκησες με κάποιο τρόπο την σκέψη, αλλά μετά πας για κατούρημα ή κοιτάς το κινητό σου ή παρατηρείς κάτι στον χώρο ή κάποιος λέει κάτι και κρααακ ανοίγει μια τρύπα στο φράγμα και συνειδητοποιείς ότι δεν γίνεται να σταματήσεις την σκέψη, είναι αδύνατο, είναι αξίωμα. Όσο υπάρχεις, θα σκέφτεσαι. Κι όσο σκέφτεσαι, αν δεν είσαι καλά, θα κάνεις σκατένιες σκέψεις, γιατί αυτό έχεις για να σκεφτείς.

Into the evening tide,
passed through followed in.

Ο ύπνος όμως, είναι μια εντελώς διαφορετική υπόθεση. Είναι μια άλλη χώρα, πραγματικά, με τους ολοδικούς της κανόνες. Ο βασικός είναι πως, σε αντίθεση με την υπολοιπη καθημερινότητα, δεν οδηγείς εσύ: είναι αυτή η τέλεια συνειδητοποίηση -και τρομακτική μαζί- πως αφήνεσαι ολοκληρωτικά, πως δεν επιλέγεις τίποτα - συνειδητά τουλάχιστον - του τι θα δεις στην φάση R.E.M. Είναι σα να μπαίνεις τυχαία σε μια αίθουσα σινεμά. Μπορεί να δεις τον εαυτό σου να τρέχει σε μια έρημο γεμάτη πισίνες. Ή το να χορεύεις σε ένα πάρτυ σε ένα χώρο στον οποίο το πάτωμα είναι γεμάτο διακόπτες που παράγουν ήχους. Μπορεί να δεις το πρόβλημα που σε βαραίνει όταν είσαι ξύπνιος να είναι λυμένο - πράγμα που κάνει το ξύπνημα ακόμα χειρότερο. Μερικές φορές, αν σου χαμογελάσει η τύχη, μπορεί και να μη δεις τίποτα απολύτως. Dreamless sleep. Ότι καλύτερο.

 Ίσως γι' αυτό είναι απαραίτητος ο ύπνος. Όχι τόσο για την ξεκούραση, αλλά για το διάλλειμα από την συνεχή σκέψη. Μερικές φορές σκέφτομαι πόσο τέλειο θα ήταν να μπορούσα να κοιμάμαι για εβδομάδες, ίσως και χρόνια. Να βάζω ενα εσωτερικό αλαρμ το οποίο θα με ξυπνήσει το τάδε έτος. Σαν χειμέρια νάρκη ένα πράγμα. Και δεν μου αρέσει καν τόσο πολύ ο ύπνος. Μερικές φορές τον απεχθάνομαι. Αλλά την σκέψη, όσο περνούν τα χρόνια, νομίζω την απεχθάνομαι πάντα.

Three hearts hollowed out
Until you come back again.





Υ.Γ. Το Field of Reeds ήταν ο καλύτερος δίσκος του 2013 (και όχι μόνο). Πάω να προσπαθήσω (ξανά) να κοιμηθώ. Το τσικι τσικι συνεχίζει. Το τσικι τσικι είναι η σκέψη που σε σκουνταει και σου ψιθυριζει, "δεν παω πουθενά, εδω θα είμαι πάλι όταν ξυπνήσεις."

Tuesday, January 12, 2016

All Tomorrow's Parties




 Όταν ήμουν μικρός, φάση δημοτικό, οι γονείς μου αποφάσισαν να με στέλνουν τα καλοκαίρια στην κατασκήνωση. Δούλευαν και οι δύο και δεν υπήρχε κάποιος να με προσέχει σπίτι τους δύσκολους καλοκαιρινούς μήνες. Η κατασκήνωση ήταν μια απ’ αυτές τις κλασσικές που φυτρώνουν κατά δεκάδες στην Περαχώρα, κοντά στο Λουτράκι, που είναι λες και έχουν φτιαχτεί αποκλειστικά για παιδιά με διάσπαση προσοχής και υπερκινητικότητα. Πάντα έχει ένα κάρο μαλακίες να κάνεις, ουδεμία απ' αυτές ενδιαφέρουσα. Νομίζω την έλεγαν Σπορτ Κάμπ, ή κάτι τέτοιο. Οριακά αστείο, αν σκεφτεί κανείς ότι η τελευταία μου επαφή με τον αθλητισμό ήταν κάπου στο δημοτικό, όταν μου πέταξε ένα μαλακισμένο μια μπάλα στο κεφάλι.

 Όπως είναι φυσικό, μισούσα με πάθος την κατασκήνωση. Και αυτή με μισούσε αρκετά, μάλλον. Για να περνάω κάπως τ' Αυγουστιάτικα μεσημέρια εκεί πέρα είχα πάρει μαζί μου διάφορες κασσέτες για το γουόκμαν, περιοδικά τύπου PC Master και μερικά βιβλία. Τότε είχα διαβάσει, σε μια άδεια άιθουσα την οποία κάποιος με γενναίες δόσεις χιούμορ είχε ονομάσει βιβλιοθήκη, τον Κόμη Μοντεχρίστο του Αλέξανδρου Δουμά. Μου άρεσε πολύ αυτό το βιβλίο. Οριακά ταύτιση, στο νεαρό μυαλό μου τότε. Και πραγματικά χαιρόμουν τόσο πολύ όταν τελείωνε ο γαμημένος μήνας της κατασκήνωσης και μπορούσα να γυρίσω στο σπίτι μου. Γιατί δεν θα έκανα πλέον κάτι που δεν ήθελα να κάνω. Γι' αυτό.

 Τότε ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα με απόλυτη σαφήνεια πως είναι να κάνεις κάτι το οποίο δεν θες να κάνεις. Σιγά σιγα, καθώς πέρναγε ο καιρός και μεγάλωνα, τα πράγματα τα οποία δεν ήθελα να κάνω και αναγκαζόμουν να κάνω αυξάνονταν και πλυθήνονταν. Σε μια φάση οι γονείς μου μ’ έστειλαν για ταε κβον ντο. Let that sink in a little. Τους είχε πιάσει φόβος ότι η κύφωση στην πλάτη θα μου μείνει κουσούρι (ο φόβος αυτός τελικά επιβεβαιώθηκε, αλλά αυτό είναι δευτερεύον). Ούτε ταε κβον ντο ήθελα να κάνω. Δεν ήθελα να γυρίζω με το σχολικό απ’ το σχολείο, ούτε να συναναστρέφομαι πολύ με τους συμμαθητές μου. Δεν ήθελα να πέφτω για ύπνο – αυτό το μισούσα με πάθος, την διαδικασία του ύπνου εννοώ – και τελικά καθόμουν να κοιτάζω το ρολόι στον απέναντι τοίχο για ώρες, μέχρι τις 5 ξερω γω, όπου και μ΄έπαιρνε ο ύπνος καθιστός στην κουκέτα που μοιραζόμουν με την αδερφή μου. Δεν ήθελα να πλένω τα χέρια μου ξανα και ξανά, μέχρι ν ανοίξουν, επειδή ένιωθα ότι είναι βρώμικα και κολλούσαν. Γενικά, δεν ήθελα να κάνω σχεδόν τίποτα απ’ ότι έκανα.

 Κάποια στιγμή, στα 17, χωρίς δηλαδή να έχω καν τυπικά το νόμιμο δικαίωμα να κάνω sign up σε τσοντοσάιτ, κλήθηκα να επιλέξω τι θέλω να κάνω με το υπόλοιπο της ζωής μου. Για κάποιο μυστήριο λόγο, δήλωσα Φυσικό ως νο. 1 σχολή, ενώ πραγματικά αυτό δεν ήταν κάτι το οποίο ήθελα σε κανένα πιθανό κόσμο. Ήταν απλά η λιγότερο σκατά επιλογή απ’ όσες είχα μπροστά μου. Τελικά, κουτσά στραβά, σχεδόν 9 χρόνια αργότερα, κατάφερα να πάρω το γαμημένο πτυχίο φυσικού. Ούτε αυτό το ήθελα, ας μη γελιόμαστε, δε μου τα σκασε στην πορεία να γίνω ο σούπερ φυσικός, απλά κάπως έπρεπε να το πάρω, γιατί αυτό κάνουν οι άνθρωποι, ή κάτι τέτοιο.
 Σκεφτόμουν πρόσφατα ότι, όσο μπορώ να θυμηθώ την φάση μου, κάνω πράγματα τα οποία δεν θέλω. Κι όποτε έχω να επιλέξω, επιλέγω ανάμεσα σε κακές επιλογές, την λιγότερο επώδυνη κάθε φορά. Τα ‘θέλω’ περιορίζονται σε πολύ επιφανειακά και αίωλα πράγματα: λ.χ. αυτή τη στιγμή θέλω πολύ να καπνίσω. Θα στρίψω ένα τσιγάρο και θα το καπνίσω. Άύριο μπορεί να ξυπνήσω και να θέλω να φάω KFC, οπότε θα πάρω το αμαξι και θα πάω να διπλοπαρκάρω στο Σύνταγμα με αλαρμ ελπίζοντας να μην πάθει κοκομπλοκο κάποιος ταρίφας που θα έχω σίγουρα κλείσει όση ώρα ετοιμάζεται η παραγγελία μου. Αυτό θα θέλω να το κάνω. Ή να δω το καινούριο επεισόδιο κάποιας scifi σειράς συνοδεία τζανκ φουντ. Κι αυτό θέλω να το κάνω. Προσέξτε: δεν θα το κάνω επειδή δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω (που μπορεί και να ισχύει) αλλά επειδή θέλω πάρα πολύ να φαω KFC βλέποντας το καινούριο επεισόδιο Expanse.

 Θα ρωτήσει τώρα κάποιος, ‘γιατί; αυτά δεν είναι σημαντικά;’. Προφανώς, εντός συγκεκριμένων πλαισίων, είναι. Μερικές φορές δεν υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα απ’ αυτά, τα μικρά. Αλλά τον τελευταίο καιρό κάπως μου φαίνονται κι αυτά πιο ασήμαντα απ’ ότι συνήθως.

 Ας δούμε ένα άλλο παράδειγμα. Πριν μερικές βδομάδες κυκλοφόρησε το νέο Σταρ Γουορς. Κανονικά αυτό το ποπ κάλτσουρ ηβέντ θα έπρεπε να ορίσει σε απόλυτο βαθμό τον τελευταίο, τουλάχιστον, μήνα της ζωής μου. Αλλά δεν. Εννοείται πήγα και το είδα στην πρεμιέρα. Και δεν ήταν κακό, απεναντίας. Αλλά ενώ περίμενα ότι θα θέλω να το ξαναδώ τουλάχιστον 2-3 φορές ακόμη στη μεγάλη οθόνη, μετά το πρώτο 24ωρο σταμάτησα να το σκέφτομαι. Τι στην ευχή. Το ίδιο πράγμα και με το Fallout 4, το παιχνίδι που περίμενα ένα χρόνο και βάλε και το οποίο έκανα preorder την ημέρα που άνοιξαν τα preorders. Είναι ζήτημα αν έχω παίξει κανα τρίωρο.

Είναι αρκετά τρομακτικό όταν μικρές απολαύσεις που μπορούσαν παλιότερα να γεμίσουν τρομακτικά μεγάλο κομμάτι του χρόνου σου πλέον περνάνε στο ντούκου. Και ακούω ήδη την ερώτηση απ’ το φιλοθεάμον κοινό: ‘τότε τι στο δίαολο ΘΕΣ να κάνεις ρε φίλε;’

 Είναι μια αρκετά καλή ερώτηση. Ειλικρινά δεν ξέρω πώς να την απαντήσω. Δεν θέλω καν να γίνω αστροναύτης, όπως ήθελα μικρός. Ούτε ηθοποιός, όπως ήθελα μερικά χρόνια αργότερα. Νομίζω ότι, σε μια πρώτη ανάλυση τουλάχιστον, απλά θέλω - επιθυμώ - να σταματήσω να κάνω πράγματα τα οποία δεν θέλω να κάνω.  Λ.χ. αύριο δεν θέλω να ξυπνήσω και να νιώθω αυτή την πρωινή θλίψη που την νιώθεις ν' αναβλύζει σαν φλέμμα και συνοδεύει το πρώτο τσιγάρο της μέρας. Ας μην ξυπνήσω καλύτερα. Να ξυπνήσω μεθάυριο, ή σ' ένα μήνα - πόσο τέλειο θα ήταν αυτό; Δεν θέλω να σηκώσω το τηλέφωνο για ν απαντήσω ευγενικά στην πιο ηλίθια τεχνική ερώτηση του κόσμου, η απάντηση της οποίας βγαίνει ως πρώτο αποτέλεσμα μ' ένα απλό ψάξιμο στο γκουγκλ. Δεν θέλω να κάνω τρία μισάωρα ντους ούτε να αλλάξω γι' άλλη μια φορά τις πετσέτες στο μπάνιο. Ούτε θέλω να υποκύψω σε συναισθηματικούς εκβιασμούς φίλων και γνωστών και να υποχρεωθώ σε καταναγκαστική κοινωνικοποίηση η οποία θα με κάνει να γυρίσω σπίτι χειρότερα απ' ότι ήμουν πριν φύγω. Και ναι, προφανώς, υπάρχουν μερικά πράγματα, πιο συγκεκριμένα, τα οποία θέλω. Είμαι αρκετά σίγουρος γι' αυτά. Αλλά, κι εδώ μπαίνει το μεγάλο αλλά, μερικές φορές, τις περισσότερες δηλαδή, ας μη γελιόμαστε, αυτά τα οποία θέλουμε να κάνουμε, αυτά που θέλουμε γενικότερα, είναι λίγο ή πολύ εκτός των χεριών μας. Και ενώ υπό κάποιο συγκεκριμένο πρίσμα η σκέψη αυτή θα είχε κάτι σχεδόν ανακουφιστικό, κάτι πραγματικά λυτρωτικό, ε, αυτό το βράδυ Δευτέρας του Γενάρη, ίσως κάθε βράδυ μάλλον, ειλικρινά πιστεύω ότι δεν υπάρχει πιο τρομακτική συνειδητοποίηση από αυτήν.

 Υ.Γ. Σήμερα έμαθα ότι πέθανε ο Bowie περιμένοντας σε ασανσέρ για ραντεβού με γιατρό, είδηση η οποία έκανε μια σκατά μέρα ακόμα πιο σκατένια. Για κάποιο λόγο όμως, ίσως σε πείσμα των 32,000 φεησμπουκ rip posts με όλη την δισκογραφία του, το μόνο που μπορώ ν’ ακούσω σήμερα – και νομίζω ότι θα μπορώ ν’ ακούω πάντα, όπως και να είμαι – είναι οι Velvet Underground.

Υ.Γ. 2 Και δεν τρελαίνομαι καν ιδιαίτερα για τα πάρτυ. Πολύ ταλαιπωρία ρε παιδί μου...







Saturday, December 19, 2015

#16. Deerhunter - Fading Frontier [4AD]



 Περάσανε οι μέρες, όπου να 'ναι τελειώνει κι η μπλογκοβίζιον, ας ανεβάσω κι εγω ενα κειμενάκι για το ξεχου που λένε. Πάντως την λίστα την έχω στείλει κανονικά στα κεντρικά, μην βαράτε.

 Τακτοποιούσα λίγο το σπίτι μου πιο πριν - το οποίο θύμιζε κάπως γαλλική πολυνησία μετά τις πυρηνικές δοκιμές - και ανακάλυψα δύο καπνούς μισοτελειωμένους και χάρηκα κάπως. Πέρασε ένα σκληρό μισάωρο στο οποίο έσκασε σταδιακά η τρομακτική συνειδητοποίηση πως, αργά η γρήγορα, θα έπρεπε να ντυθώ και να βγω στο γαμώκρυο για να πάω να πάρω καπνό, ή ακόμα χειρότερα, να ονομάσω την διαρκή λιγούρα που νιώθω ως πείνα και να παραγγείλω κάποια μαλακία τύπου πατατοκροκέτες με σως καρμπονάρα (fo' realz) για να μπορέσω να ζητήσω να μου φέρουν έναν Καρέλια μαζί.

 Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί το καινούριο Star Wars και θα έπρεπε να χοροπηδάω απο χαρά. Παρ' όλα αυτά, δεν νιώθω σχεδόν τίποτα απ' αυτά που περίμενα εναμιση χρόνο να νιώσω. Σίγουρα, θα χαρώ πολύ να το δω. Μερικές φορές μπορώ σχεδόν να φανταστώ την γλυκιά αίσθηση του να βυθίζομαι στο κάθισμα του σινεμά με το πακετάκι νάτσος να ζεσταίνει την κοιλιά μου καθώς σκάει στην οθόνη το 'a long time ago, in a galaxy far, far away...' και χαμογελάω. Αλλά αυτό μου φαίνεται δεν είναι αρκετό.

 Το ίδιο πράγμα συνέβη και με το Fallout 4, το οποίο περίμενα σαν τρελός. Είναι ζήτημα να έχω παίξει 3-4 ώρες. Ξέρω πως κάποια στιγμή θα μου τα σκάσει και θα καω για καμια βδομάδα - ελπίζω τουλάχιστον. Πάντως η όλη αίσθηση που έχω, αυτό δηλαδή που με κάνει να νιώθω μετά απο ένα χρόνο σχεδόν αναμονής, είναι ένα απλό... meh.

 Τι στην ευχή γίνεται; Μάλλον χάλασα. Δεν ξέρω. Ίσως φταίει το ότι γερνάω. Αλλά αυτό δεν είναι δικαιολογία. Με αγχώνει πολύ το πέρασμα του χρόνου. Τρομακτικά πολύ. Παλιότερα το έβλεπα πάνω στους άλλους: γονείς, συγγενείς, φίλους. Τώρα έχω αρχίσει να το βλέπω πάνω μου. Κάθε πρωί ξυπνάω και οι τρίχες μου είναι όλο και πιο γκρίζες, το σώμα μου πιο μπαμπαδίσιο (και χωρίς να έχω και παιδιά), τα δόντια μου πιο κίτρινα, η πλάτη μου πιο πιασμένη κ.ο.κ. Σα να κατεδαφίζομαι σε slow motion.

 Πάντα με τρόμαζε η εντροπία. Μερικές φορές, τα βράδια συνήθως - και ειδικά τα Σαββατοκύριακα, για κάποιο περίεργο λόγο - κοιτάζω το ταβάνι καπνίζοντας και σκέφτομαι το τέλος των πάντων. Τον θερμικό θάνατο του σύμπαντος, λόγου χάριν: όταν η ενέργεια είναι παντού ισότιμα κατανεμημένη, όταν όλα τα σώματα στο σύμπαν έχουν φθάσει στην ίδια απολύτως θερμοκρασία, σε κατάσταση μέγιστης εντροπίας δηλαδή, τότε η παραγωγή οποιουδήποτε έργου είναι θερμοδυναμικά αδύνατη. Οι ίδιες οι διεργασίες που υποστηρίζουν την ζωή καθίστανται αδύνατες. Έχει κάτι αρκετά βασανιστικό αυτό το ενδεχόμενο σαν σκέψη. Παρεπιπτόντως, δεν κάθομαι να σκέφτομαι τέτοια ζοφερά κάθε βράδυ, έτσι; Προχθές λόγω χάριν σκεφτόμουν ότι πρέπει να παραγγείλω την καινούρια φιγούρα Alien σε κλίμακα 1/4 της NECA. Αλλά αυτό είναι κάτι που θα σχολιάσω σε μελλοντικό ποστ.

 Τέλος πάντων. Φέτος έβγαλε δίσκο ο Bradford της καρδιάς μας και είναι κι αυτός υπέροχος. Σίγουρα υπερβολικά καλός για βράδυ Παρασκευής στην Αθήνα των 7 βαθμών Κελσίου. Δεν υπήρχε περίπτωση να λείπει από αυτή τη λίστα, ούτε για πλάκα. Και τώρα φυσικά μου έσκασε να (ξανα)διαβάσω για το σύνδρομο Marfan στην Wikipedia. Αρκεί να βρω έναν καπνό, γιατί μάλλον υποτίμησα την όρεξη μου για τσιγάρο, για άλλη μια φορά.




17.   Father John Misty - I Love You, Honeybear
18.   Dilly Dally - Sore
19.   Self Defense Family - Heaven Is Earth
20.   Broken Prayer - Misanthropocentric AKA Droid's Blood


Friday, December 11, 2015

#17. Father John Misty - I Love You, Honeybear [Sub Pop]


 Όπως θα έχετε καταλάβει, το πλάνο του ενός ποστ την ημέρα έχει πάει κατά διαόλου. Θυμίζω αυτό περί αναβλητικότητας που ανέφερα σε προηγούμενο κείμενο. Τέλος πάντων. Κουτσά στραβά, ελπίζω εντός του '15 να έχουν ανέβει όλα της λίστας.

 Σήμερα πήγα να κουρευτώ. Από μικρή ηλικία το κούρεμα μου φαινόταν ένα απ' τα άβολα, εκνευριστικά πράγματα που πρέπει κανείς να συνηθίσει στη ζωή - σαν τη δοκιμή παντελονιού σε κατάστημα ένα πράγμα. Οι κυρίαρχες σκέψεις γύρω απ' το κονσεπτ του κουρέματος, στο κεφάλι μου τουλάχιστον (χα!), είναι οι εξής: Κατά πρώτον, είναι το άγχος της μάνας μου "να μην κρυώσει το κεφάλι του" μετά το λούσιμο, και η υποχρεωτική χρήση σκούφου (η οποία έκανε τα έτσι κι αλλιώς πεταχτά αυτιά μου να φαίνονται ακόμα πιο αστεία). Το άγχος αυτό το κουβαλάω ακόμα. Ευτυχώς όμως δεν φοράω σκούφο. Το δεύτερο είναι το - επίσης άγχος - όταν μεγάλωσα λίγο, του να με ρωτάνε πως θέλω να κάνω τα μαλλιά μου. Ακόμα δεν έχω ιδέα τι να απαντήσω σ' αυτή την ερώτηση - "θέλω απλά να κουρευτώ", λέω συνήθως.

Στα φοιτητικά χρόνια, το κούρεμα είχε γίνει κάπως ρουτίνα, δηλαδή παλέψιμο. Είχα βρει έναν τύπο κοντά στο σπίτι μου στην Πάτρα ο οποίος είχε όλα αυτά που έψαχνα σε έναν κουρέα: α) δεν με ρώταγε πως θέλω να κάνω τα μαλλιά μου, απλά με κούρευε β) ήταν φθηνός και γ) δεν έπιανε εκνευριστικές συζητήσεις την ώρα που σε κούρευε. Επίσης, μόνο μια φορά με ρώτησε κάτι σχετικό με υπολογιστές, κι αυτό με ενδοιασμό.

 Αφού τέλειωσα με την σχολή και την σιχαμένη Πάτρα, η επιστροφή στην Αθήνα συνοδεύτηκε από την επιστροφή του άγχους περί του κουρεύεσθαι. "Που στην ευχή θα πηγαίνω τώρα;", αναρωτήθηκα. Τελικά απεδείχθη ότι είμαι τόσο αναβλητικός που κατέληξα να κουρεύομαι μια φορά το διμηνο - τρίμηνο όταν κατέβαινα ακόμα Πάτρα για να δω φίλους, να κανονίσω εκκρεμότητες με την σχολή κλπ. Κατά μια έννοια, θα μπορούσε να πει κανείς πως πήγαινα στην Πάτρα να κουρευτώ.

 Τελικά μετά απο κάποιο διάστημα, μάζεψα το λιγοστό κουράγιο μου και αποφάσισα να κουρευτώ κάπου στην Αθήνα. Μπήκα κυριολεκτικά στο πρώτο κουρείο που είδα μπροστά μου: ένα απέναντι απ' τα ΕΛΤΑ κοντά στο πατρικό μου, όπου είχα πάει για να παραλάβω κάτι δίσκους που είχαν σκάσει από mailorder.

Φυσικά, ο τύπος ήταν για δέσιμο. Κυριολεκτικά. Αντί για ψαλίδι, χρησιμοποιούσε δύο (2) ξυριστικές μηχανές - ταυτόχρονα. Όπως μου είπε αφού είχα κάτσει στην καρέκλα και είχα φορέσει την ποδιά, "γι' αυτό τον λόγο με διώξανε απ' την κουρέων κομμοτών αθήνας, δεν στηρίζανε την τεχνική μου". Παραδόξως, ο τύπος το 'χε. Ειλικρινά, πέραν του πιρι πιρι - και του φόβου για πιθανό σεισμό την ώρα που ακουμπάνε σχεδόν στο κεφάλι μου δύο ξυριστικές μηχανές - δεν έχω κάποιο παράπονο.

 Έχει πλάκα να κοιτάς τις τρίχες σου καθώς πέφτουν στην ποδιά και, στη συνέχεια, στο πάτωμα. Τα τελευταία χρόνια οι γκρίζες πολλαπλασιάζονται με εκθετικό ρυθμό. Το σκεφτόμουν αυτό σήμερα και με έπιασε μια περίεργη μελαγχολία - όχι για το γεγονός ότι παλιώνω, αν και αυτό προφανώς με θλίβει, αλλά γενικότερα για το πέρασμα του χρόνου. Είναι κι αυτός ο γαμημένος καιρός, με το συνεχές ψιλόβροχο και τους 5-6 βαθμούς που δεν σε προδιαθέτει για ιδιαίτερα ευχάριστες σκέψεις. 

 Η - κατά τα άλλα εντελώς uneventful - διαδρομή από το σπίτι μου στο κουρείο είχε κάτι ιδιαίτερα μελαγχολικό. Στο αμάξι άκουγα το 'I Love You, Honeybear'. Και κάπνιζα. Πολύ. Και φυσικά έβηξα τα πνευμόνια μου στο παρμπρίζ. Καταλαβαίνεις ότι έχει γαμηθεί η φάση σου όταν έχεις σιρόπι για ξερόβηχα στο ντουλαπάκι του συνοδηγού, και το πίνεις γουλιά γουλιά απ' το μπουκάλι στα φανάρια, σαν τον John Constantine ένα πράγμα. 

Στην κίνηση της Αλεξάνδρας μπήκε το 'Bored in the USA'. Τι ωραίος, γλυκόπικρος δίσκος. Κάπως σαν τους Δεκέμβρηδες σ' αυτή την σκατούπολη.






18.   Dilly Dally - "Sore"
19.   Self Defense Family - "Heaven Is Earth"
20.   Broken Prayer - "Misanthropocentric AKA Droid's Blood" 

Friday, December 4, 2015

#18. Dilly Dally - Sore [Partisan]



Χθες μαλακίστηκα και δεν ανέβασα κείμενο. Οπότε σήμερα έχω να ανεβάσω δύο. Και να βουρδουλιαστώ, για να μην το ξανακάνω. Oh well. Για να δούμε.

Γενικά στηρίζουμε αναβλητικότητα. Φουλ. Τα τελευταία χρόνια την έχω αναγάγει σε κάτι σαν μορφή τέχνης - δίνω ψυχή και σώμα σ' αυτήν, προσπαθώντας ν' ανακαλύψω τα όριά της. Και νομίζω ότι πλησιάζω στον στόχο μου.

Σήμερα ήθελα να ξυπνήσω στις 8 για να ξεμπερδεύω με διάφορες δουλειές. Η αλήθεια είναι πως ξύπνησα στις 8, αποπειράθηκα να σηκωθώ απ' το κρεβάτι, συνειδητοποίησα ότι κάνει αρκετή ψύχρα, ας μη γελιόμαστε, τύπου 'άστο καλύτερα' ψύχρα, έβαλα ξυπνητήρι για τις 11, έστειλα δύο μηνύματα ζητώντας αναβολή για τις προαναφερθείσες δουλειές, και ξανακοιμήθηκα. Οι ενοχές κράτησαν όση ώρα μου πήρε να ξανακυλήσω σε βαθύ ύπνο - περίπου τρία λεπτά. Μετά, λήθαργος.

Την γλυκιά απόλαυση της αναβλητικότητας, αυτό το πράγμα που φέρνει σχεδόν θαλπωρή, την συνειδητοποίησα σε μικρή ηλικία, όταν ξεκίνησα το σχολείο. Θυμάμαι ακόμη πως έμαθα τι σημαίνει η λέξη: διάβαζα κάτι συλλογές Μαφάλντα της μάνας μου μικρός και σε ένα στριπάκι ο Φελίπε κρεμάει ένα πόστερ που λέει 'μην αναβάλλεις για αύριο αυτό που μπορείς να κάνεις σήμερα' στο δωμάτιο του - και φυσικά στην συνέχεια αναβάλει αυτό που έχει να κάνει για την επόμενη ημέρα. "Αααα! Αυτό είναι που μου αρέσει να κάνω! Ώστε έτσι λέγεται!", είχα σκεφτεί.

Από τότε παραμένει σταθερή αξία στην καθημερινότητά μου. Το αστείο στην όλη φάση είναι πως το γεγονός ότι αγχώνομαι με το παραμικρό θα έπρεπε να με αποτρέπει απ' το να αναβάλω πράγματα. Κι όμως, το άγχος τουλάχιστον είναι κάτι γνώριμο και οικείο, κάτι το οποίο συνηθίζεται με κάποιο τρόπο καθώς περνάει ο καιρός. Είναι μια σταθερά, ας πούμε. Ενώ το να κάνεις πράγματα, η ίδια η διαδικασία του να παίρνεις αποφάσεις τύπου 'τώρα θα κάνω αυτό και ΤΕΛΟΣ', έχει κάτι.. ακόμα πιο αγχωτικό; Όχι, όχι, καλύτερα να γίνει πιο μετά, ή αύριο, ή την επόμενη βδομάδα. Ή και ποτέ, αν τραβήξει κανείς την αναβλητικότητα στο όριό της. Αυτό πολλές φορές θα ήταν το ιδανικό.

Προφανώς δεν είναι όλα ρόδινα στον κόσμο της αναβλητικότητας. Υπάρχει το 24/7/365 άγχος, όπως προανέφερα, πάντα στο πλάι σου, μαύρος αδερφός. Είναι επίσης οι ενοχές και αυτό το απαίσιο συναίσθημα του να νιώθεις μερικές φορές πιο άχρηστος κι απ' το ασπράδι που μαζεύεται στις άκρες των χειλιών σου το καλοκαίρι όταν διψάς πολύ. Μερικές φορές μπλέκεις, άσχημα συνήθως, διότι προφανώς αυτό το οποίο αναβάλλεις επηρεάζει σε μικρό ή μεγάλο βαθμό άλλους ανθρώπους, οι οποίοι δεν θα χάσουν ποτέ την ευκαιρία, πέρα απ' το να σε ξεχέσουν (και δικαίως) επειδή τους άφησες ξεκρέμαστους, να σου κάνουν επικά diss σχετικά με την αναβλητικότητά σου.

Τέλος πάντων. Τώρα πίνω το πρωινό μου μιλκαφέ, νιώθω το στομάχι μου να παρακαλάει για μια σφολιάτα ή κάτι τέτοιο και κάνω το πρώτο τσιγάρο της ημέρας, γράφοντας αυτό το εκπρόθεσμο ποστ. Φυσικά από πίσω παίζει το 'Sore'. Ο δίσκος αυτός έσκασε από το πουθενά για μένα - δεν γνώριζα καν την ύπαρξη της μπάντας πριν διαβάσω ένα ρηβιού στο Πιτσφορκ (sue me). Χρειάστηκε ν' ακούσω μόνο το 'Desire' για να κολλήσω. Τιμημένος Καναδάς γαμώτο. Κι αυτή η φωνή της Katie Monks, η τίγκα στο γρέζι... ίσως το υπέρτατο αφροδισιακό. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι δεν έχουν νόημα ύπαρξης οι μπάντες με αντρικά φωνητικά. Πραγματικά, why bother?